Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας (18 Ιανουαρίου)

15 Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατά τό ἔτος 295 μ.Χ. στήν Ἀλεξάνδρεια ἀπό Χριστιανούς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καί θεολογικῆς. Κατά τή νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μέ τόν Μέγα Ἀντώνιο καί ἀσκήτευσε μαζί του στήν ἔρημο.
Στήν ἀρχή χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καί τό 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τό ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τόν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στή Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στή μόρφωσή του καί μάλιστα στή θερμουργό καί ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπό τούς θαρραλέους ἀγωνιστές κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τήν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπό τούς Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δέν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικά καί θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τά περί Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.
Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολύ κατά τή Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετά ἀπό λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τόν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατά τά 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ κατ’ ἐξοχήν Πατήρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιά τήν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τήν ἐπαρχία του, μετέβη στή Θηβαΐδα, τήν Πεντάπολη, τήν Κάτω Αἴγυπτο γιά νά δεῖ ἀπό κοντά τίς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τό ὁποῖο τόν ὑποδεχόταν παντοῦ μέ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στίς διάφορες πόλεις ἄξιους καί ἱκανούς Ἐπισκόπους, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τόν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τόν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.
Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλές ταραχές καί ὀχλήσεις στόν Ἅγιο, τόν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορές καί διῆλθε περισσότερα ἀπό δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στήν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπό τούς Ἀρειανούς ἐνώπιον Συνόδων καί καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπό αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καί στερήσεις, εἶδε πολλούς ἀπό τούς συνεργάτες του νά ὑποκύπτουν στίς πιέσεις καί τήν βία τῶν Ἀρειανῶν καί τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νά ὑπογράψει ἀρειανικό ὅρο πίστεως, γιά νά ἀποφύγει τήν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατά τίς ὁποῖες ὁ χριστιανικός κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρός τόν Ἅγιο, ἀλλά αὐτός ποτέ δέν κάμφθηκε καί ἀγωνιζόταν γιά τήν ἀλήθεια.
Ἀφορμή γιά τίς διώξεις κατά τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νά ἀποκαταστήσει στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία τόν ὑπό τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικά ὡς ἀποδεχόμενος τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπό τήν ἐξορία ὑπέβαλε τό 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στήν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νά ἀναφέρει τίς ἀρειανικές ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τήν ἀπάτη καί τό δόλο τοῦ Ἀρείου καί ἀρνήθηκε κατηγορηματικά νά δεχθεῖ σέ κοινωνία τόν Ἄρειο παρά τή διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά τήν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νά ὀργανώνουν συστηματικά τόν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καί τιμοῦσε τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιά τό ἦθος καί τό θάρρος του, παρασύρθηκε τελικά ἀπό τίς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καί διέταξε τή σύγκλιση Συνόδου στήν Καισάρεια, τό 335 μ.Χ., μέ σκοπό τήν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατά τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικά συγκλήθηκε στήν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στή Σύνοδο, στήν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοί Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δέν ἦταν δυνατόν νά σταθοῦν παρά τά ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτό ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νά τόν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, πού εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τήν τήρηση τῆς τάξεως καί τῆς εἰρήνης, τόν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στήν Κωνσταντινούπολη καί ζήτησε νά δεῖ τόν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νά τόν δεχθεῖ σέ ἀκρόαση καί διέταξε τήν ἐξορία του στή Γαλατία. Ἐπανῆλθε στήν ἕδρα του μετά τό θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στίς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλήν ὅμως καί πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τίς κατ’ αὐτοῦ διαβολές καί συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στήν Ἀλεξάνδρεια, τό 339 μ.Χ στήν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανική Σύνοδο στήν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τόν καθαίρεσε καί ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τόν Εὐσέβιο τόν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδή δέν ἀποδέχθηκε τήν ἐκλογή, τόν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια διά τῆς βίας μετά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στή Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καί ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καί Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τόν δέχθηκαν ὅλοι μέ τιμή καί ἀναγνώρισαν τούς ἀγῶνες του ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τό ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικό Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καί τόν κήρυξε ἀθῶο ἀπό ὅλες τίς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.
Ὅταν τό 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπό τήν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτός θριαμβευτικά ἀπό τό ποίμνιό του. Ἀλλά καί αὐτή τή φορά μόνο γιά λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στήν ἕδρα του, διότι μετά τήν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τό ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθείς σέ νέες διαβολές καί πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καί στρατιῶτες, γιά νά τόν συλλάβουν τήν νύκτα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μέ πλῆθος πιστῶν στό Ναό τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στήν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τίς κινήσεις καί ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καί στηρίζοντας τούς κλονιζόμενους Χριστιανούς.
Τέλος, ἐπί αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νά ἐπανέλθει στήν Ἀλεξάνδρεια καί νά συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμό στήν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Οἱ διωγμοί συνεχίστηκαν καί ἐπί αὐτοκράτορα Οὐάλη, πού ἐξόρισε τόν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νά ἀνακαλέσει τόν Ἅγιο ἀπό τήν ἐξορία.
Ἀγωνιζόμενος γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τό τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη στίς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σέ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τό θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἐκκλησία πολύ νωρίς τοῦ ἀπένειμε τόν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρός αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος πού διαισθάνθηκε καί ἀντιλήφθηκε ἄριστα τίς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπί μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στή σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καί τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περί τήν μία ἐπί μέρους ἀλήθεια, νά συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τήν ἀνατροπή ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί τήν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλά ὁ Ἅγιος καί μέ τόν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τό ἐνάρετο καί τό εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε τό ὄνομά του νά ἀποβεῖ ταυτόσημο πρός τήν ἀρετή. Γι’ αὐτό λέγει ἐπιγραμματικά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετήν ἐπαινέσομαι· ταὐτόν γάρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καί ἀρετήν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχήν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σέ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καί ἴσως μάλιστα κάποια ἀπό αὐτά νά ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικά ἑνώθηκε καί ἔγινε ἕνα μέ τό θεῖο φῶς. Καί ἔτσι μόνο κατόρθωσε νά ἀντιμετωπίσει τίς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

 


Μέγας Αθανάσιος, πατριάρχης Αλεξανδρείας,
Ανυποχώρητος μαχητής της Ορθοδοξίας

Agios_AthanasiosΟ Άγιος Αθανάσιος, επίσκοπος και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ονομάστηκε Μέγας από την Εκκλησία. Αποτελεί έναν από τους μεγάλους Πατέρες της.
Γεννήθηκε στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί και από μικρή ηλικία έδειξε την κλίση του, αφού παρίστανε τον ιερέα που βάπτιζε τους πιστούς (δηλ. τους φίλους του).
Τη θεολογική μόρφωση απέκτησε στην Κατηχητική Σχολή της Αλεξάνδρειας. Μεγάλη επίδραση για τη διαμόρφωση του ήθους του και της πορείας του είχε η γνωριμία του με τον Μέγα Αντώνιο, του οποίου και συνέγραψε τον «Βίο και Πολιτεία». Το 328 μ.Χ, μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατέρα και επισκόπου Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου, με σύμφωνη απόφαση κλήρου και λαού, χειροτονήθηκε επίσκοπος (αργότερα ονομάσθηκε Πατριάρχης), ένεκα του μεγάλου ζήλου και της φήμης που είχε αποκτήσει ως «ανυποχώρητου μαχητή» υπέρ της αλήθειας της Εκκλησίας. Ως επίσκοπος άρχισε σημαντικό ποιμαντικό έργο, μελέτησε τις ανάγκες των μοναχών, κληρικών και λαϊκών για τη καλύτερη δυνατή συμβίωση και εναρμόνιση των ρόλων τους στο εκκλησιαστικό πλαίσιο. Επίσης ανέπτυξε έντονη αντιαιρετική δράση, με κύριο στόχο τη διάδοση του ορθού δόγματος της ομοουσιότητας του Πατρός και του Υιού. Υπήρξε και προεξάρχων μεγάλου φιλανθρωπικού έργου στη περιοχή της Αλεξάνδρειας.
Ο Μέγας Αθανάσιος, «στύλος της ορθοδοξίας», αγωνίστηκε όσο λίγοι για τη διαφύλαξη των αληθειών της πίστεως, που προσπαθούσαν να αλλοιώσουν οι αιρετικοί, οι οποίοι τον πολέμησαν με λύσσα. Με συκοφαντίες και κάθε λογής μηχανορραφίες κατάφεραν, πολλές φορές, να τον εξορίσουν και να τον απομακρύνουν από το ποίμνιό του. Αξιοσημείωτο είναι το ότι από τα σαρανταέξι χρόνια που ήταν Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, τα δεκαέξι τα πέρασε στην εξορία. Αλλά και από εκεί δεν έπαψε να μάχεται υπέρ του ποιμνίου του και εναντίον της αιρέσεως.
Το εξαιρετικό στην περίπτωση του Αγίου Αθανασίου, είναι το πλούσιο συγγραφικό έργο του, παρά τις πολύ μεγάλες διώξεις και εξορίες τις οποίες υπέστη. Δεν σώθηκαν όλα τα έργα του και από τα διασωθέντα, πολλά νοθεύτηκαν από αιρετικούς και αποδόθηκαν σε αυτόν χωρίς να είναι γνήσια.
Ανάλογα με το περιεχόμενο τους οι πατρολόγοι κατατάσσουν τα έργα του Μεγάλου Αθανασίου σε πέντε ενότητες: στα απολογητικά, υπέρ του Χριστιανισμού, αντιαιρετικά, ερμηνευτικά - ασκητικά και πρακτικά - επιστολές.
Είναι συγγραφέας πολλών έργων όπως "Κατά ειδώλων", "Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου" και διαφόρων επιστολών με κυριότερη την ΛΘ΄ (39η) όπου υπάρχει κανόνας (κατάλογος) των βιβλίων της Καινής Διαθήκης.
Με δυνατό λόγο, προφορικό και γραπτό, διατύπωσε με σαφήνεια τις αλήθειες τις οποίες οι αιρετικοί διέστρεφαν. Υποστήριξε ότι ο Χριστός δεν είναι κτίσμα, αλλά “ο Υιός και Λόγος του Θεού, τέλειον γέννημα του Πατρός, γέννημα δε όχι κατά θέλησιν, αλλά κατά φύσιν. Δεν προήλθε διότι το ηθέλησεν ο Πατήρ, αλλά διότι είναι μέσα είς την φύσιν του Πατρός να γεννά τον Υιόν και μέσα εις την φύσιν του Υιού να γεννάται. Τούτο ακριβώς συνιστά την διαφοράν αυτού από τα κτίσματα. Είναι εικών και ομοίωσις του Πατρός -ενώ ο άνθρωπος είναι απλώς κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν- άναρχος και Αυτός, όπως ο Πατήρ”.
Με το όρο «παράδοση της Εκκλησίας» εννοεί τόσο την Αγία Γραφή όσο και την παράδοση των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας, την οποία δίδαξε ο Κύριος και κήρυξαν οι Πατέρες. Σε αυτήν την παράδοση θεμελιώδης είναι η ύπαρξη της Εκκλησίας του Χριστού και όποιος ξεφεύγει από αυτή χάνει την ιδιότητα του χριστιανού. Τη δε δογματική διδασκαλία, έχει τη δυνατότητα μόνο η Εκκλησία να διατυπώνει.
Η Εκκλησία σε λίγους ανθρώπους έχει δώσει την προσωνυμία Μέγας. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει ο Άγιος Αθανάσιος. Πολύ πετυχημένα έχει γραφεί γι’ αυτόν: «Σπανίως το επωνύμιον Μέγας εκάλυψε τόσον ουσιαστικόν περιεχόμενον όσον εις την περίπτωσιν του Αθανασίου Αλεξανδρείας. Μέγας εις τον ζήλον, μέγας εις την αγάπην, μέγας εις την αγιότητα, μέγας εις την ορθοδοξίαν. Με αυτά τα προσόντα του είναι τώρα τόσον ζωντανός εις την συνείδησιν του χριστιανικού πληρώματος όσον ήτο και όταν εζούσε σωματικώς». Αλλά και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τον επιμνημόσυνο λόγο του στον Μέγα Αθανάσιο, αρχίζει με την χαρακτηριστική φράση «Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι». Πράγματι υπήρξε υπόδειγμα αρετής, αφού αυτή είναι καρπός αληθινής κοινωνίας με τον ζώντα Τριαδικό Θεό.
Η μνήμη του τελείται την 18η Ιανουαρίου, μαζί με τη μνήμη του Αγίου Κυρίλλου.

Ἅγιος Κύριλλος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας (18 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Κύριλλος ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.) καί γεννήθηκε περί τό 370 ἢ 375 μ.Χ. στήν Ἀλεξάνδρεια ἀπό εὔπορους γονεῖς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας τῆς πόλεως. Ἦταν θερμοῦ καί ζωηροῦ χαρακτῆρος, ἀνήσυχος, τολμηρός, ἐνεργητικός καί πολύ δραστήριος. Διακρινόταν γιά τήν εὐστροφία, τήν ταχύτητα καί ἀποφασιστικότητα τῶν ἐνεργειῶν του καί, κυρίως, γιά τήν ἐπιμονή, ὁρμητικότητα καί τό ἀνυποχώρητο στίς ἐπιδιώξεις τῶν σκοπῶν γιά τούς ὁποίους ἀγωνιζόταν. Εἶχε ἰσχυρό τό αἴσθημα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί τήν ἀγάπη του γιά τήν εἰρήνη καί ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ἡ δέ συναίσθηση τοῦ καθήκοντος καί ὁ ἁγνός ἐνθουσιασμός του γιά τήν ἀλήθεια τόν καθιστοῦσαν ἄφοβο στήν ἐπιτέλεση τῆς διακονίας του καί ἱκανό ἀγωνιστή ὑπέρ τῆς ἀλήθειας μέχρι θανάτου. Γιά ὅλα αὐτά τά χαρίσματα δικαίως θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπό τούς Μεγάλους Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ κατ’ ἐξοχήν ὑπερασπιστής τῆς ἱερᾶς παραδόσεως.
Ἦταν ἀνεψιός τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου, τόν ὁποῖο πάντοτε εὐγνωμόνως ἀνέφερε. Ἔλαβε εὐρεία μόρφωση στήν Ἀλεξάνδρεια καί μάλιστα στήν περιώνυμο Κατηχητική Σχολή, ὅπου παρακολουθοῦσε παραδόσεις τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς Σχολῆς αὐτῆς Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ. Φοίτησε, ἀκόμη, στίς φιλοσοφικές σχολές τῆς Ἀλεξάνδρειας καί συμπλήρωσε τίς σπουδές του μέ ἐπιπλέον ἰδιαίτερες μελέτες τῆς θύραθεν καί τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας, ὅπως τοῦτο προκύπτει ἀπό τούς λόγους καί τά συγγράμματά του.
Ὅταν μελετοῦσε τήν Ἁγία Γραφή ἐφάρμοζε τήν ὑγιή καί ὀρθή ἑρμηνευτική μέθοδο, διά τῆς ὁποίας ἀναζητοῦσε πάντοτε νά ἐρευνᾶ τήν σύνθεση τοῦ κειμένου καί κατόπιν νά ἀναζητεῖ τά νοήματά του. Κατά τήν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί γενικῶς τήν ἔκθεση τῶν δογμάτων προτιμοῦσε περισσότερο τήν πίστη, ἔχοντας ὡς κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὅμως θεωροῦσε ἀναγκαῖο χρησιμοποιοῦσε καί τόν λόγο.
Γιά τήν καλύτερη πνευματική ἀνάπτυξή του καί τόν πληρέστερο καταρτισμό του, κατέφυγε σέ μονές τῆς Αἰγύπτου, ὅπου ἀσκήτευε γιά ἕνα χρονικό διάστημα. Ἔλεγε μάλιστα σχετικά: «Εἰς χείρας πατέρων τεθράμμεθα ὀρθοδόξων καί ἁγίων». Μάλιστα κατά τούς χρόνους ἐκείνους, ὁ μοναχικός βίος τῆς Αἰγύπτου βρίσκονταν σέ μεγάλη ἀκμή, ἀπό τήν ὁποία εἶχε ἀρχίσει νά ἐξασθενεῖ, ἰδίως μετά τίς βίαιες ἐπιθέσεις, τίς ὁποῖες ἐξαπέλυσε ἐναντίον του ὁ Θεόφιλος, λόγῳ τῶν ὠρεγινιστικῶν ἐρίδων.
Μάλιστα, σύμφωνα μέ κάποιες πληροφορίες, ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἀπεστάλη ἀπό τόν θεῖο του Θεόφιλο, μετά τίς σπουδές του, στίς μονές τῆς Νιτρίας ὅπου διέμενε ἐπί πενταετία στή μονή τοῦ Ἁγίου Μακαρίου, μελετώντας τήν Ἁγία Γραφή καί ἀσκούμενος ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ γέροντος Σεραπίωνος.
Δέν εἶναι γνωστό πότε ἀκριβῶς εἰσῆλθε στίς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, ἀλλά πάντως μετά τήν συμπλήρωση τοῦ 26ου ἔτους, χειροτονήθηκε ἀναγνώστης καί στή συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος ἀπό τόν θεῖο του Θεόφιλο.
Μετά τόν θάνατο τοῦ Θεοφίλου, στίς 15 Ὀκτωβρίου 412 μ.Χ., προβλήθηκε ὡς διάδοχός του, ὅπως καί ὁ ἀρχιδιάκονος Τιμόθεος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀξιόλογος κληρικός καί μάλιστα ἀρεστός στήν ἀριστοκρατία τῆς ἀλεξανδρινῆς κοινωνίας καθώς καί στή δημόσια διοίκηση τῆς πόλεως. Τελικά Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ἐξελέγη ὁ Ἅγιος Κύριλλος, πού ἐνθρονίσθηκε στίς 17 Ὀκτωβρίου 412 μ.Χ. καί διεποίμανε τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξανδρείας ἐπί 32 ἔτη, ἔχοντας πάντοτε τή βαριά συναίσθηση ὅτι κατεῖχε τό θρόνο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου.
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἀφ’ ἑνός μέν ἔλεγχε τήν κοινωνική ἀνισότητα, καυτηρίαζε τήν ἀναλγησία τῶν πλουσίων καί τίς κακές συνήθειες, καθώς καί πολλά ἄλλα φαινόμενα τῆς εὐημερούσης κοινωνίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ προέβαλλε στούς πιστούς τό ἰδεῶδες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί ἀγάπης καί τούς συνιστοῦσε νά ζοῦν ζωή σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τό χριστιανικό τους ὄνομα.
Ὁ Ἅγιος θεώρησε βασικό καθῆκον του τήν ἀντιμετώπιση διαφόρων αἱρέσεων καί σχισμάτων, ὑπολείμματα τῶν ὁποίων διασώζονται ἀκόμη, ὅπως καί τῶν Ἀρειανῶν, Μαρκίωνος, Παύλου Σαμοσατέως, Ναυατιανῶν. Ἐπίσης στράφηκε καί κατά τῶν Ἐθνικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέαζαν τό λαό διά τῆς μαγείας, τῆς ἀστρολογίας καί τίς δεισιδαιμονίες καί τοῦ μαντείου τους στό Μένουθις. Τό μαντεῖο αὐτό ἀντιμετώπισε διά τῆς μεταφορᾶς τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Μαρτύρων Κύρου καί Ἰωάννου καί τῶν Παρθένων Θεοκτίστης, Εὐδοξίας καί τῆς μητέρας τους Ἀθανασίας στό ναό τῶν Εὐαγγελιστῶν, τόν ὁποῖο ἀνήγειρε ὁ Θεόφιλος καί τά ὁποῖα λείψανα εἶχαν εὑρεθεῖ σέ ἀρχαῖο χριστιανικό ναό τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου.
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος στράφηκε καί κατά τῶν Ἰουδαίων, ἐπειδή εἶχαν τή μεροληπτική ὑπέρ αὐτῶν στάση τοῦ ἔπαρχου Ὀρέστη καί συμπεριφέρονταν προκλητικά στούς χριστιανούς. Ὁ Ἅγιος ἐπίσης, ἀντιμετώπισε τίς αἱρετικές δοξασίες τοῦ Πελαγίου καί τέλος τοῦ Νεστορίου. Ὁ ἀγώνας του κατά τοῦ Νεστορίου ἢ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ γέμισε τήν ἱστορία τοῦ Μεγάλου αὐτοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Νεστόριος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 428 μ.Χ., δημιούργησε τήν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ. Ἀρνιόταν δηλαδή τήν καθ’ ὑπόσταση ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, θείας καί ἀνθρώπινης, ἀποδεχόταν μόνο ἐνοίκηση ἢ συνάφειά τους καί θεωροῦσε τήν Παναγία ὄχι Θεοτόκο, ἀλλά «Χριστοτόκο» ἢ «ἀνθρωποτόκο». Ὁ Ἅγιος Κύριλλος διαφύλαξε τή Χριστολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν πλάνη τῶν αἱρετικῶν, διδάσκοντας τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστός κατά τήν Θεία Του φύση χαρακτηρίζεται ἀπό τόν Ἅγιο Κύριλλο ὡς «τοῦ Πατρός φύσει Υἱός καί ὑπέρ ἡμᾶς Λόγος», «ἐκ Θεοῦ Λόγος», «ἄνωθεν ἐκ Θεοῦ Πατρός», ὁ ὁποῖος εἶναι Θεῖος Λόγος καί ὁ ὁποῖος «οἰκονομικῶς κατεφοίτησε δι’ ἡμᾶς εἰς ἀνθρωπότητα», «γέγονε σάρξ» καί «καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος», «ἡνώθη κατά φύσιν καί καθ’ ὑπόστασιν τῇ σαρκί». Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι Θεοτόκος, διότι στόν Ὅρο αὐτό συμπεριλαμβάνεται καί τό πραγματικό τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, τῆς κατά σάρκα γεννήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Παρθένο καί τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δυό φύσεων στό πρόσωπό του. Ὁ Ὅρος Θεοτόκος συνοψίζει ἄριστα τήν ἑνότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ.
Τό 430 μ.Χ., ἡ Σύνοδος πού συγκάλεσε στήν Ἀλεξάνδρεια ὁ Ἅγιος Κύριλλος, διατύπωσε σέ 12 ἀναθεματισμούς, τίς διδασκαλίες πού ὄφειλε νά ἀποκηρύξει ὁ Νεστόριος. Τό σκάνδαλο πού δημιουργήθηκε καί ἀναστάτωσε τήν Ἐκκλησία ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Νεστορίου ἦταν μεγάλο. Αὐτό ἀνάγκασε τόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τόν Β’ νά συγκαλέσει στίς 7 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 431 μ.Χ., στήν Ἔφεσσο, τήν Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἡ Σύνοδος συνῆλθε στίς 22 Νοεμβρίου 431 μ.Χ. ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου. Ὁ Νεστόριος δέν ἐμφανίσθηκε. Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τή δυσσεβή διδασκαλία τοῦ Νεστόριου καί τόν ἴδιο τόν αἱρεσιάρχη καί ἐξακολούθησε τίς ἐργασίες της ἐπί ἄλλων θεμάτων. Μέ καθυστέρηση ἔφθασε καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας καί οἱ περί αὐτόν Ἐπίσκοποι. Ὅταν ἔμαθαν τήν καταδίκη τοῦ Νεστόριου, συνῆλθαν σέ δική τους Σύνοδο, ἀφόρισαν ὅλα τά μέλη τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί καθαίρεσαν τόν Ἅγιο Κύριλλο καί τόν Ἐπίσκοπο Ἐφέσου Μέμνονα. Μέ αὐτοκρατορικό διάταγμα, πού ἐκδόθηκε μετά ἀπό ὑπόμνημα τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων, πού ἦσαν φίλοι τοῦ Νεστορίου, φυλακίστηκαν ὁ Ἅγιος Κύριλλος καί ὁ Ἐπίσκοπος Ἐφέσου. Μέ ἐπέμβαση τῆς εὐσεβοῦς Πουλχερίας, ἀδελφῆς τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ Θεοδόσιος Β’ κάλεσε νά ἐμφανισθοῦν ἐνώπιών του ἀντιπρόσωποι τῶν δύο πλευρῶν. Τούς ἄκουσε καί ἀποδέχθηκε τίς θέσεις τῶν Ὀρθοδόξων. Τότε ἐπικυρώθηκαν ἀπό ὅλους τά Πρακτικά τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη, στίς 27 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 444 μ.Χ. Δικαίως ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης τόν προσονόμασε «σφραγίδα τῶν Πατέρων».
Ἡ Ἐκκλησία θέλησε νά ἀδελφώσει τήν μνήμη τῶν δυό Μεγάλων Πατέρων αὐτῆς καί Ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, πρωταγωνιστή κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ, καί τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστή κατά τοῦ Νεστοριανισμοῦ καί ὅρισε τό συνεορτασμό τους στίς 18 Ἰανουαρίου.
Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Ἀθανασίου καί Κυρίλλου ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ἔργοις λάμψαντες Ὀρθοδοξίας, πᾶσαν σβέσαντες, κακοδοξίαν, νικηταί τροπαιοφόροι γεγόνατε· τῇ εὐσεβείᾳ τά πάντα πλουτήσαντες, τήν Ἐκκλησίαν μεγάλως κοσμήσαντες, ἀξίως εὕρατε, Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν, δωρούμενον πᾶσι τό μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Ὡς βρύσις δίκρουνος, λαμπρῶς βλυστάνετε, δογμάτων πέλαγος, πᾶσι τοῖς πέρασιν, Ἱεραρχῶν ἡ ξυνωρίς, ἐκφάντορες τῶν ἀρρήτων, Πάτερ Ἀθανάσιε, τῆς Τριάδος τό ὄργανον, καί θεόφρον Κύριλλε, Θεοτόκου ὁ πρόμαχος, σοφίας οὐρανίου κρατῆρες, πᾶσι ζωῆς κιρνῶντες πόμα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἱεράρχαι μέγιστοι τῆς εὐσεβείας, καί γενναῖοι πρόμαχοι, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πάντας φρουρεῖτε τούς ψάλλοντας· Σῶσον Οἰκτίρμον, τούς πίστει τιμῶντάς σε.

Μεγαλυνάριον.
Ἄνθραξ Ἀθανάσιος νοητός, ὤφθη καταφλέγων, τήν Ἀρείου ὕλην σαθράν· κῦρος δέ δογμάτων, ὁ Κύριλλος παρέχει, ἐλέγχων Νεστορίου, τήν ἀθεότητα.

Ἁγία Θεοδούλη ἡ Μάρτυς (18 Ιανουαρίου)

18017Ἁγία Μάρτυς Θεοδούλη καταγόταν ἀπό τά Ἀνάζαβρα καί ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ἐπειδή διακήρυττε τήν πίστη της στόν Χριστό, συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ Πελαγίου, ἡγεμόνα τῶν Ἀναζάβρων, καί μπροστά στόν ἡγεμόνα, ἡ Θεοδούλη, διακήρυξε τήν πίστη της στόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό. Τότε ὑποβλήθηκε σέ φοβερά βασανιστήρια. Τῆς τρύπησαν μέ πυρακτωμένα σουβλιά τούς μαστούς, ἔπειτα τήν κρέμασαν ἀπό τά μαλλιά σέ ἕνα κυπαρίσσι καί τῆς κάρφωσαν τά πόδια μέ σιδερένια καρφιά. Κατόπιν τήν ἔριξαν μαζί μέ ἄλλους Ἁγίους μέσα σέ ἀναμμένο καμίνι.
Κατά τήν διάρκεια τῶν φρικτῶν βασάνων της ὑπέρ τῆς πίστεως, ἐπιτέλεσε πολλά θαύματα, μέ ἀποτέλεσμα νά πιστέψουν στόν Χριστό πολλοί παρευρισκόμενοι, καθώς ἐπίσης, καί ὁ Κομενταρήσιος Ἑλλάδιος καί ὁ βοηθός του, οἱ ὁποῖοι καί γιά τόν λόγο αὐτό θανατώθηκαν μέ ἀποκεφαλισμό.
Μέσα στήν κάμινο αὐτή, ἡ Ἁγία Θεοδούλη προσευχόμενη παρέδωσε τό πνεῦμα της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιοι Ἑλλάδιος, Θεόδουλος, Βοήθος, Εὐάγριος καὶ Μακάριος οἱ Μάρτυρες (18 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Ἑλλάδιος ἦταν Κομαντερήσιος. Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ἤσαν εἰδωλολάτρες καί πίστεψαν στόν Χριστό διά τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Θεοδούλης, πού τιμᾶται σήμερα, ὅταν ἀνέλαβαν ἀπό τόν ἡγεμόνα τῆς Ἀναζαρβοῦ Πελαγίου νά ἐπαναφέρουν τήν Ἁγία στή θρησκεία τῶν εἰδώλων μέ βασανιστήρια.
Ἄθλησαν κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καί Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καί ὑπέστησαν τό ὑπέρ Χριστοῦ μαρτύριο, ἀφοῦ στό τέλος τούς ἀποκεφάλισαν. Ὡς τόπος τοῦ κοινοῦ μαρτυρίου φέρεται ἡ πόλη Ἀναζαρβός τῆς Κιλικίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Publish modules to the "offcanvs" position.