Ὅσιος Στυλιανὸς ὁ Παφλαγόνας (26 Νοεμβρίου)

AgiosStylianos15 Άγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας, μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ήταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. Όσο μεγάλωνε, τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Αν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος, μολονότι είχε κι εκείνος σάρκα, εν τούτοις δεν άφησε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. Ήταν αγνός, αγνότατος. Δεν άφησε επίσης να τον κυριεύσει κανένα γήινο πάθος. Δεν επέτρεψε στα πλούτη και στην φιλοπλουτία να κυριαρχήσουν στην ψυχή του και να την υποτάξουν στην φθορά και στην απώλεια.
Με την δύναμη και την Χάρη του Θεού πολέμησε όλα τα δολώματα της φθαρτής και πρόσκαιρης ζωής. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος. Αποφάσισε έπειτα να βαδίσει με την επιθυμία της ψυχής του. Η ψυχή του τον καλούσε σε αγώνες ηθικούς και ωραίους. Τον καλούσε στην άσκηση της αρετής. Του έδειχνε τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της αιωνίας ζωής, της παντοτινής ευτυχίας.
H αγνή και πιστή καρδιά του υπάκουσε στην φωνή της ψυχής του. Και η πρώτη ενέργεια του ήταν να πουλήσει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία, γεμάτος ανακούφιση και χαρά, είπε: «Πέταξα μια βαρειά άγκυρα, που με κρατούσε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώματος. Πέταξα από πάνω μου την φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιάκριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής. Απαλλαγμένος, λοιπόν, ο Άγιος από τα φθαρτά, αλλά και συγχρόνως με ευτυχισμένη την καρδιά του, διότι μοίρασε τα πλούτη του σε φτωχούς δυστυχισμένους και σε θεάρεστα άλλα έργα, σκέφτεται πως θα ζήσει τιμιότερα και αγιώτερα τη ζωή του.
Πόσο ανώτερο κάμνει τον άνθρωπο η διδασκαλία του Χριστού, από τη διδασκαλία των φιλοσόφων! Αυτό το βλέπωμε, εάν συγκρίνωμε την πράξη αυτή του Αγίου Στυλιανού με εκείνο που έκανε ένας αρχαίος φιλόσοφος, Κράτης ονόματι. Και εκείνος κατάλαβε ότι ο πλούτος είναι τύραννος. Τον δουλεύει ο άνθρωπος σαν αφεντικό του. Είναι σκλαβωμένος ο άνθρωπος στον πλούτο του και είναι δεμένος. Δεν είναι ελεύθερος. Γι´αυτό και αυτός πήρε τα χρήματα του, ανέβηκε σ´ έναν παραθαλάσσιο βράχο και από εκεί τα πέταξε στη θάλασσα, φωνάζοντας συγχρόνως: «Κράτης Κράτη τα ελεύθεροι». Εγώ δηλ. ο Κράτης με το να πετάξω τα λεφτά μου στη θάλασσα ελευθερώνω τον Κράτητα, τον εαυτόν μου.
Κι' o Κράτης ελευθερώθηκε μεν από τα χρήματα του, αλλά δέθηκε περισσότερο από τον εγωισμό του. Πέταξε τα χρήματα του για να του πούνε ένα «μπράβο». Οι οπαδοί του Χριστού όμως τα αποχωρίζονται, και συγχρόνως κτυπούν τα πάθη τους και κυρίως τον εγωϊσμόν. Αγωνίζονται να ελευθερωθούν από το τυραννικόν πάθος του εγωισμού, διότι και η φιλοπλουτία είναι παιδί του εγωισμού. Για να απαλλαγούν όμως από τα πάθη και τον εγωϊσμόν αρχίζουν ισόβιο αγώνα, έχοντας συγχρόνως και τη Θεία Χάρη βοηθόν.
Ο Κράτης ήταν ένα μοναδικό παράδειγμα που το έκαμε αυτό οδηγούμενος από τη φιλοσοφία. Οι Χριστιανοί όμως που το πετυχαίνουν εφαρμόζοντας την διδασκαλία του Χριστού είναι εκατομμύρια. Πράγματι σε κάθε γενιά, πόσα εκατομμύρια εγκαταλείπουν τα εγκόσμια και ζουν θεληματικά φτωχοί. Ένα από τα τρία προσόντα του μοναχού είναι η ακτημοσύνη. Όλα τα πλήθη των μοναστών, «αποθέτουν πάντα όγκον» όχι για ένα κούφιο μπράβο, αλλά για να αποκτήσουν την Βασιλείαν του Θεού. Δίνουν τα γήινα και παίρνουν τα επουράνια. Δίνουν τα ρέοντα και παίρνουν τα μόνιμα και παντοτεινά. Αποθέτουν το βάρος του πλούτου για να μπορούν ελεύθεροι να τρέχουν για να εισέλθουν στην Βασιλείαν του Θεού. Έχουν υπ´όψει τους το «ως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού», που είπε ο Κύριος. Πόσο λοιπόν ανώτερη είναι η διδασκαλία του Χριστού από την φιλοσοφίαν των ανθρώπων.

Με μοναδική πλέον περιουσία τα ενδύματά του, αρχίζει ένα σκληρό και αγωνιστικό στάδιο σύμφωνα με την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφού, λοιπόν, με τις ευεργεσίες του, ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός τον γήινο θησαυρό του στους ουρανούς, και τον ασφάλισε, πήγε σε ένα μοναστήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Από τη στιγμή εκείνη καμμιά γήινη σκέψη, καμμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τίποτε άλλο δεν φροντίζει και τίποτε άλλο δεν επιδιώκει, παρά μονάχα ό,τι είναι αρεστό στο άγιο θέλημα του Θεού. Αγωνίζεται πώς να αρέσει στον Κύριο, πώς να τελειοποιήσει την ψυχή του, πώς να κερδίσει τον Παράδεισο. Καμμιά δική του θέληση , που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού, δεν βρίσκει θέση στην ζωή του. Η αυστηρή ασκητική του ζωή είναι απερίγραπτη. Η αγιότης του αρχίζει να αστράφτει. Η ταπεινοφροσύνη του λαμποκοπάει. Η αγνότης του θαμπώνει. Η νηστεία του είναι αυστηρότατη. Η προσευχή του αληθινή επικοινωνία με τον Θεό.
Οι αγρυπνίες του είναι θαυμαστές. Τρεις στόχους έβαλε για σκοπό του να επιτύχει ως μοναχός: την ακτημοσύνη, την αγνότητα και την υπακοή. Τους τρεις αυτούς στόχους τους πέτυχε. Και στις τρεις αυτές αρετές πήρε, σαν να πούμε, άριστα ο Αγιος Στυλιανός. Την ακτημοσύνην του την είδαμε. Δεν κράτησε για τον εαυτό του από την περιουσία του τίποτε απολύτως. Ούτε φρόντισε ν' αποκτήσει ποτέ στη ζωή του κάτι τι και αυτός. Έζησε με φτώχεια και τελεία ακτημοσύνη.
Την αγνότητά του επίσης και την ηθικότητα του την κράτησε πολύ ψηλά. Κρατούσε την ψυχή του καθαρή «από παντός μολυσμού σάρκας και πνεύματος». Αγωνιζότανε στις επιθέσεις του εχθρού να μην τον αγγίξει η βρωμερή αμαρτία. Στο μυαλό του στριφογύριζαν πάντα τα λόγια του Κυρίου μας που είπε: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται.» Ευτυχισμένοι δηλαδή και καλότυχοι είναι όσοι έχουν καθαρή την καρδιά τους από τη βρώμα της ανηθικότητος διότι αυτοί θ' αξιωθούν να δούνε τον Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. Η υπακοή του στο Γέροντα του και τους άλλους ήταν παραδειγματική. Αγωνίστηκε σκληρά να κόψει «το δικό του θέλημα», που στηρίζεται στον εγωισμό. Είναι πολύ δύσκολο να κόψει κανείς το θέλημα του. Αυτό το ξέρουν όσοι αγωνίζονται τον πνευματικόν αγώνα. Ο Άγιος Στυλιανός πολέμησε στο Μοναστήρι εκείνο σκληρά εναντίον των τριών εχθρών: της σάρκας, του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον καθένα από αυτούς, χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος, σκληρός και ανύστακτος. Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα.
Έτσι ο Αγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής.
Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Όλοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν ως παράδειγμα. Τον έχουν ως πρότυπο μιμήσεως.
Αλλά, η αυστηρότης εκείνη του ασκητικού βίου δεν του είναι αρκετή. Θέλει να πλησιάσει περισσότερο στην τελειότητα. Επιθυμεί, τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωριτισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μοναχούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Άγιος μακρυά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκεί στην έρημο κατασκηνώνει σ' ένα σπήλαιο.
Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητος. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς, με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζει ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.
Όλα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρυνό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελετά τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ η πίστη του. Νοιώθει καλά εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος «Τα γάρ αόρατα του ο Θεός τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης».
Ο σημερινός άνθρωπος, δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει στα έργα του Θεού τον Θεό και να ενισχυθεί στην πίστη του. Ζεί χωμένος μέσα στις τεράστιες πόλεις, μέσα στις πελώριες πολυκατοικίες ή στο θόρυβο των εργοστασίων, μακριά απ’ τη φύση και τα δημιουργήματα του Θεού. Περιορίζεται στο να βλέπει μόνο τα δικά του δημιουργήματα, ξεμακραίνοντας έτσι απ’ τον Θεό και χάνοντας ολοένα και περισσότερο την πίστη του.
Μεγάλοι αστρονόμοι, παρατηρώντας συνεχώς τα ουράνια σώματα, τα πολυάριθμα άστρα, τα έργα του Θεού, έγιναν ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Ο μεγάλος αστρονόμος Κέπλερ, όταν άκουε το όνομα του Θεού, σηκωνόταν όρθιος και έβγαζε το καπέλλο του.
Έτσι κι ο ερημίτης Στυλιανός, εκεί στην ησυχία της έρημου, είχε τον καιρό να παρατηρεί τα δημιουργήματα του Θεού και να φιλοσοφεί επάνω σ' αυτά. Έβλεπε τον Δημιουργό σε όλα, διότι σκεπτόταν ότι ήταν αδύνατον να γίνει μόνος του αυτός ο τρισμέγιστος κόσμος, τόσο ωραίος, σκόπιμος και αρμονικός.
Έβλεπε τον Θεό στα απειροπληθή άστρα του ουρανού, που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με ακρίβεια, στον ήλιο, το γίγαντα της ημέρας, που με το να κρατεί κανονική απόσταση από τη Γή, δίδει με την θερμότητα του ζωή στους ανθρώπους, στα ζώα και σ' όλη τη γύρω φύση. Έβλεπε τον Θεό στο νεράκι που κελλάριζε στις βρυσούλες του βουνού και τον δρόσιζε. Σκεφτόταν ότι το νερό αυτό ήταν κάτω στις θάλασσες και στους ωκεανούς, κι όμως η πανσοφία και παντοδυναμία του Θεού το ανεβάζει στο βουνό. Το εξατμίζει, το κάνει αραιότατο και ανάλαφρο σύννεφο. Το μεταφέρει με τον αέρα στα βουνά, το κάνει ψιλή βροχούλα, το ραντίζει σε όλο το πρόσωπο της γης και την ποτίζει. Το εναποθηκεύει στα σπλάχνα των ορέων σε τεράστιες αποθήκες και το δίδει λίγο - λίγο στις βρυσούλες, που τρέχουν συνεχώς! Έβλεπε τον Θεό στα αναρίθμητα ζώα τα μικρά και τα μεγάλα, που δημιούργησε ο Θεός «κατά γένος και κατά είδος». Κοίταζε την ποικιλία των δένδρων και των φυτών και σκεφτόταν, αν δεν τα έφτιαχνε αυτά ο Θεός, θα ήταν αδύνατο να υπάρχει η ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Διότι όλα αυτά τρέφονται απ’ το φυτικό βασίλειο.
Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα». Ξεσπούσε κατόπιν σε δοξολογία, λέγοντας: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας. Επληρώθη η γη της κτίσεως Σου»!
Δύο βιβλία διάβαζε συνεχώς στην έρημο: το βιβλίο της φύσεως και το βιβλίο της Αγίας Γραφής. Η καρδιά του, η διάνοιά του, η ψυχή του, όλη η ύπαρξή του, είναι ολόθερμα δοσμένη στον Θεό. Θείο και ιερό ρίγος διαπερνά την ασκητική σάρκα του, καθώς η ψυχή του εμβαθύνει στο κάλλος της Θείας Δημιουργίας. Το άγιο πάθος της αγάπης του οσίου Στυλιανού προς το πανάγιο Όνομα του Θεού τον συγκλονίζει. Όλη η δύναμή του είναι συγκεντρωμένη στη θεία αυτή αγάπη. Εγκαταλείπει έτσι ο Άγιος το σαρκικό εγώ του. Παύει να φροντίζει για την τροφή του. Γίνεται όλος ακμή πνεύματος και ψυχής. Μπορεί να πει και αυτός «ζω δε ουκέτι εγώ, η δε εν εμοί Χριστός». Τρεφόταν με χόρτα της ερήμου. Και όταν δεν υπήρχαν αυτά, ο Θεός δεν τον άφηνε. Ο Θεός, που θαυματουργεί δια τους Αγίους και μέσω των Αγίων, δεν άφηνε τον σεβάσμιο όσιο να εξαντληθεί από την πείνα. Τον κράτησε στην ζωή στέλνοντας του τροφές με τους αγγέλους, όπως έστελνε και στους άλλους Αγίους, στον Προφήτη Ηλία, τον Άγιο Μάρκο τον Αθηναίο τον φιλόσοφο και λοιπούς.
Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του αναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο επί δεκαετίας ολόκληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του. Πάλεψε να ξεριζώσει τα πάθη του, να αποκτήσει τις αρετές και να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός, ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Άγιοι, ότι Εγώ Άγιος ειμί».
Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Άγιος Στυλιανός, για να λαμποκοπάει με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Ήθελε η έμψυχος εκείνη στήλη της εγκράτειας, ο φωτεινός λύχνος της ερήμου, να λάμψει σ' όλα τα πέρατα της γης. Ήθελε ο Θεός να φανούν οι ποικίλες αρετές του. Ο λύχνος όμως πρέπει να βρίσκεται ψηλά, για να φέγγει σ' όλους και όχι να κρύβεται και να χάνεται η λάμψη του. Έτσι και εκείνοι, που φεγγοβολούν με τις αρετές τους, τους φανερώνει ο Θεός για να γίνονται φως στο δρόμο της ζωής των άλλων. Έτσι και ο Άγιος Στυλιανός, αφού με τους σκληρούς ασκητικούς αγώνες του στολίστηκε με τις αρετές και ήταν σαν λαμπάδα που ανέδιδε γλυκό και ζεστό φως, αφού έφθασε σε ύψη αρετής δυσθεώρητα, μπορούσε πλέον να χύσει στο λαό το ιλαρό φως της αγιότητός του, προς δόξαν Θεού και σωτηρίαν ανθρώπων. Ο δίκαιος Θεός θα έδειχνε ακόμη στον κόσμο πως αντιδοξάζει εκείνους που λατρεύουν το όνομά Του και Τον δοξάζουν.
Διαδόθηκε λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλιανού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ' ευλάβεια προς τον Άγιο για να θαυμάσουν την αγιότητα του και ν' αποκομίσουν ψυχικά και σωματικά αγαθά. Η αγία του μορφή, τα σοφά του λόγια, οι προτροπές του, άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων. Πολλοί ήταν εκείνοι που γοητευμένοι από την ασκητικότητά του, εγκατέλειπαν τον κακό εαυτό τους και μετανοούσαν και αναγεννιόνταν ψυχικά. Συγκινητικές ήταν οι εκδηλώσεις των Χριστιανών που τον επισκέπτονταν στην έρημο, εκεί στο ασκητήριο του. Ήξερε να γαληνεύει τις ταραγμένες ψυχές. Κοντά του έτρεχαν και άλλοι ασκητές για να ενισχυθούν με τα λόγια του και την λάμψη του στο σκληρό ασκητικό βίο. Εγνώριζε ο Άγιος Στυλιανός ότι, για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει την ψυχή του, σαν την ψυχή των μικρών παιδιών. Του έκαναν εντύπωση τα λόγια του Κυρίου: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των Ουρανών». «Των γαρ τοιούτων εστίν η Βασιλεία του Θεού», των μικρών παιδιών δηλαδή που είναι αθώα. Ήξερε ότι τα παιδιά έχουν αγγελικές ψυχές. Το κτυπάει ο πατέρας του και πάλι πηγαίνει σ' αυτόν. Τον κτυπάει ο φίλος του και δεν του κρατάει κακία, αλλά σε λίγο πάλι παίζουν μαζί. Ενώ οι μεγάλοι το κρατούν σαν καμήλα μέσα τους. Γι´αυτό ήθελε να βοηθάει και να προστατεύει τα παιδιά. Και στην αγία του εκείνη επιθυμία, ο Παντογνώστης Θεός του έδωσε την Χάρη Του να μπορεί να κάνει θαύματα.

Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενή παιδιά. Μητέρες από κοντινά και μακρινά μέρη, με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά τους, έτρεχαν, με πόνο καί πίστη, κοντά στον Άγιο για να ζητήσουν τη θεραπεία των παιδιών τους. Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ' έρημα μέρη για να βρουν τη δοξασμένη από τον Θεό ασκητική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθαναν εκεί, με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή, δόξαζαν τον Θεό, που τον συνάντησαν και τον παρακαλούσαν να γιατρέψει τα παιδιά τους. Ο Άγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ' άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε τον Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυχη προσευχή του και ο Άγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους. Παθήσεις διαφόρων ειδών εξαφανίζονταν. Μπροστά στη δύναμη του Θεού καμιά αρρώστια δεν μπορούσε ν' αντισταθεί. Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Άλλες καταφιλούσαν με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα, δοξάζοντας τον Θεό. Δοξολογούσε κι' εκείνος ακατάπαυστα το Άγιο Όνομά Του και τον ευχαριστούσε για τα θαύματα αυτά που τον αξίωνε να κάνει. Έπειτα, γεμάτος στοργή κοίταζε τα αθώα πλασματάκια που είχαν λυτρωθεί από την αρρώστια. Ένα γλυκό χαμόγελο, χαμόγελο αγγελικό, άνθιζε στο πρόσωπο του σεβασμίου ασκητού. Τα θαύματα όμως αυτά γίνοταν γνωστά σ' όλα τα μέρη, κι όλο περισσότερος κόσμος έτρεχε στον Άγιο Στυλιανό για να τον παρακαλέσει να γιατρέψει τα παιδιά του.
Έτσι δόξαζε ο Άγιος Θεός το όνομα του οσίου Στυλιανού, που αφιέρωσε την ζωή του για τη δόξα του Θεού. Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπείας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπεινού Αγίου Στυλιανού. Ο Άγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού, διότι με την προσευχή του, έκανε τους άτεκνους εύτεκνους. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του, αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα, απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά.
Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του, επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντες σαν τάμα την εικόνα του, απέκτησαν παιδιά, αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν.
Εν' τω μεταξύ, απ' όλα τα γύρω μοναστήρια, πήγαιναν στον γέροντα ασκητή για να ευφρανθούν κοντά του το άρωμα της αγιότητάς του. Μοναχοί και ασκητές ζητούσαν από τον Άγιο δάσκαλο συμβουλές, για το πως πρέπει ν’ αντιμετωπίζουν τους πειρασμούς και πως να επιβάλλουν την γαλήνη στα κοινόβιά τους. Όλοι τον έβλεπαν ως πρότυπο αγίας και ασκητικής ζωής. Η προσωπικότητά του ήταν γεμάτη ταπεινοφροσύνη και άστραφτε από ουράνιο κάλλος.
Και εκείνος, ακούραστος, με αγγελική γαλήνη, τους δίδασκε, τους καθοδηγούσε, τους γέμιζε την καρδιά, τους στερέωνε στην πίστη, τους διέλυε τις αμφιβολίες. Ειρήνευε με τις συμβουλές του από μακριά όσα μοναστήρια είχαν εσωτερικές διχόνοιες. Έτσι έζησε κι έτσι δόξασε το όνομα του Θεού και δοξάσθηκε απ’ τον Ουράνιο Πατέρα ο Άγιος Στυλιανός. Όταν έφθασε σε βαθειά γεράματα, έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγία του ψυχή, για να την αναπαύσουν από τους πολύχρονους κόπους, τις στερήσεις και την σκληρότητα της ασκητικής ζωής.
Πού ετάφη ο Άγιος Στυλιανός δεν γνωρίζουμε, ούτε διασώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Έμεινε όμως τ’ όνομα του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη. Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπαντός για τα άρρωστα παιδιά τους. Εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του, που συμβολίζει ότι είναι ο προστάτης των νηπίων, η δε μνήμη του εορτάζεται στις 26 Νοεμβρίου.
Η ζωή του μας καλεί κι εμάς να εργασθούμε τα έργα της ευσέβειας, της σωφροσύνης, της δικαιοσύνης και της ελεημοσύνης. Μας καλεί στην θερμή πίστη, αν θέλουμε να δούμε Θεού πρόσωπο κατά την ημέρα της Κρίσεως. Μας καλεί να ζήσουμε με έργα το θέλημα του Θεού, για να παραλάβουν και τη δική μας την ψυχή οι άγγελοι και να την οδηγήσουν στην αιώνια ευτυχία και μακαριότητα των Ουρανών, ΑΜΗΝ!!!

Από το βιβλίο: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ" του Αρχ. Χαράλαμπου Δ. Βασιλόπουλου Εκδόσεις Ορθόδοξου Τύπου

Πηγή: http://www.egolpion.com/agios-stulianos.el.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος, τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος, τῆς Ἐκκλησίας, Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε· ἀνατεθεῖς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος, κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἁγιασθεὶς ἀπὸ μητρῴας νηδύος, ὥσπερ ὁ θεῖος Σαμουὴλ θεοφόρε, ἀσκητικῶς ἐδόξασας Χριστὸν τὸν Θεόν· ὅθεν τῶν ἰἀσεων, ἀνεδείχθης ταμεῖον, καὶ προστάτης ἔνθεος, νεογνῶν καὶ νηπίων· ὁ γὰρ Χριστὸς δοξάζει σε λαμπρῶς, ὃν ἀπὸ βρέφους, Στυλιανὲ ἐδόξασας.

Μεγαλυνάριον.
Στήλη θεοχάρακτος καὶ σεπτή, ἀρετῶν ποικίλων, ὁ σὸς βίος πέλει ἡμῖν, Στυλιανὲ Πάτερ, θεοπρεπῶς ῥυθμίζων, ἡμῶν τὰς διανοίας, τῶν εὐφημούντων σε.

Ὅσιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης (26 Νοεμβρίου)

OsiosAlipios7ταν ἀπό τήν Ἀδριανούπολη τῆς Παφλαγονίας καί ἔζησε τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι, ὅταν θά γεννιόταν ὁ Ἀλύπιος, ἡ μητέρα του εἶδε σέ ὄνειρο νά κρατάει ἕνα λευκό ἀρνί πού στά κέρατά του ἦταν τρεῖς ἀναμμένες λαμπάδες, πού σήμαινε τίς ἀρετές πού θά εἶχε τό παιδί πού θά γεννιόταν.
Οἱ γονεῖς του ἔδωσαν στόν Ἀλύπιο χριστιανική ἀνατροφή, πού στό πρόσωπό του ἐπέφερε καρπούς ἐκατονταπλασίονας. Εἶχε μεγάλη περιουσία, τήν ὁποία δαπάνησε στούς φτωχούς καί πάσχοντες τῆς περιοχῆς του. Διότι εὐχαρίστησή του ἦταν νά ἐκπληρώνει τό νόμο τοῦ Θεοῦ, πού προτρέπει τούς χριστιανούς νά εἶναι «συμπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαχνοι, φιλόφρονες». Δηλαδή νά συμπαθοῦν καί νά συμμετέχουν στίς λύπες τῶν ἀδελφῶν τους, νά ἀγαποῦν σάν ἀδελφούς τούς συνανθρώπους τους, νά ἔχουν πονετική καί τρυφερή καρδιά καί νά εἶναι περιποιητικοί καί εὐγενεῖς.
Ὁ Ἀλύπιος, ἀφοῦ ἔμεινε πάμφτωχος, ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο, ὅπου ἔκανε ἀσκητική ζωή. Πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι ἔμεινε πάνω σ’ ἕνα στύλο 50 (κατ’ ἄλλους 53) χρόνια γιά λόγους ἄσκησης καί κάτω ἀπό διάφορες καιρικές συνθῆκες.
Ἡ φήμη τῆς ἀρετῆς του ἔφερε κοντά στόν Ἀλύπιο καί ἄλλες ψυχές, πού ζητοῦσαν εἰρηνικό καταφύγιο. Στούς ἀνθρώπους αὐτούς ὑπῆρξε φιλόστοργος πνευματικός πατέρας, καί τούς καθοδηγοῦσε μέ τίς συμβουλές του καί τούς στήριζε μέ τό παράδειγμά του.
Πέθανε εἰρηνικά τό ἔτος 608, ἀφοῦ ἔζησε 100 χρόνια, κατ’ ἄλλους 120. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξις αὐτοῦ ἐν τῇ μονῇ αὐτοῦ τῇ οὔσῃ πλησίον τοῦ Ἱπποδρομίου, κατά τόν Παρισινό Κώδικα 1594.

Πηγή:http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Δοξάζων ὁ Θεός, τήν σήν γέννησιν Πάτερ, προέγραψε σαφῶς, τῆς ζωῆς σου τήν χάριν· αὐτῷ γάρ εὐηρέστησας, ἀρετῶν τελειότητι· ὅθεν ἤστραψας, ἀπό τοῦ κίονος πᾶσι, τῶν ἀγώνων σου, τάς ἀληθεῖς ἀντιδόσεις, Ἀλύπιε Ὅσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ἐπί τοῦ Κίονος ἐκλαμψας ὥσπερ ἥλιος
Τήν οἰκουμένην ἐσελάγησας τοῖς ἔργοις σου
Ὡς υἱός καί κληρονόμος τῆς ἀφθαρσίας.
Ἀλλά δίωξον νοός μου τήν σκοτόμαιναν
Καί τῶν φώτων τῷ Πατρί με προσοικείωσαι,
Ἵνα κράζω σοι, χαῖροις Πάτερ Ἀλύπιε.

Μεγαλυνάριον.
Λιπών χαμαιζήλους διατριβάς, ὤφθης οὐρανόφρων, ἐν τῷ κίονι ὑψωθείς· ὅθεν ἔξω κόσμου, Ἀλύπιε βιώσας, ὑπερκοσμίου δόξης, ἔτυχες Ὅσιε.

Ὅσιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε» (26 Νοεμβρίου)

AgiosNikon10αταγόταν ἀπό τόν Πολεμωνιακό Πόντο καί ἦταν γιός μεγιστάνα. Νέος ἀκόμα ἄφησε τό πατρικό του σπίτι καί μόνασε. Ἐπειδή δέ, τόν διέκρινε ἱερός ζῆλος καί μεγάλο χάρισμα διδακτικότητας, γύρισε ὅλη τήν Ἀνατολή σάν ἀπεσταλμένος τῆς Μονῆς του κηρύττοντας τό Εὐαγγέλιο καί ἐπαναλάμβανε τήν φωνή, πού ἀντήχησε πρῶτα στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας καί κοντά στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη: «Μετανοεῖτε».
Κατόπιν ὁ Ὅσιος Νίκων πῆγε στήν Κρήτη, ὅπου παρέμεινε διδάσκοντας γιά 20 χρόνια. Ἀπό κεῖ πῆγε στήν Πελοπόννησο, ὅπου κατέληξε στήν πόλη τῶν Λακώνων. Ἐκεῖ κήρυξε, ἔκανε διάφορα θαύματα καί ἔκτισε ναό στό ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἠθική ἐπιρροή του στούς κατοίκους, ὑπῆρξε μεγάλη.
Στή χώρα αὐτή, πού ἀγάπησε περισσότερο κι ἀπό τήν πατρίδα του, ἄφησε τήν τελευταία του πνοή τό ἔτος 998.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Χαίρει ἔχουσα, ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα, τῶν σῶν λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγὰς τῶν ἰάσεων, καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεων, τοὺς σοὶ προστρέχοντας Πάτερ ἐκ πίστεως. Νίκων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὴν ἀγγελικὴν μιμούμενος πολιτείαν, κόσμου τὰ τερπνὰ, ὡς σκύβαλα ἐλογίσω, μετανοίας τὴν τρίβον, δεικνύων ἡμῖν, θεοφόρε Νίκων Ὅσιε· διὰ τοῦτό σε γεραίρομεν, ἐκτελοῦντες νῦν τὴν μνήμην σου· ὑπάρχεις γὰρ ἀληθῶς, ἰαμάτων πηγή.

Μεγαλυνάριον.
Νίκην περιφέρων κατὰ παθῶν, τὴν εὔκλειαν ταύτης, διαγράφεις Νίκων σοφέ, τοῖς πᾶσι κηρύττων, τὴν τοῦ Προδρόμου ῥῆσιν· Μετανοεῖτε, ἤγγικεν ἡ ἀπόδοσις.

Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Χίου (26 Νοεμβρίου)

AgiosGeorgios_Chiou3εννήθηκε στήν Χίο. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Παρασκευᾶς, ἡ δέ μητέρα του Ἀγγεροῦ. Σέ ἡλικία 18 μηνῶν, ὀρφανός ἀπό μητέρα, παραδόθηκε ἀπό τόν πατέρα του νά τόν ἀναθρέψει ἡ μητριά του. Σέ παιδική ἡλικία οἱ γονεῖς, παρέδωσαν τόν Γεώργιο σέ κάποιο λεπτουργό, Βισσετζῆ ὀνομαζόμενο, γιά νά τοῦ μάθει τήν τέχνη του.
Ὅταν κάποτε μέ τό ἀφεντικό του ἦλθε στά Ψαρά, γιά νά φιλοτεχνήσουν τό τέμπλο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὁ Γεώργιος ἔφυγε μέ ὁρισμένους νέους στήν Καβάλα. Ἐκεῖ συνελήφθη νά κλέβει ἀπό ἕναν κῆπο καί παραδόθηκε στόν κριτή. Γιά ν’ ἀποφύγει τήν τιμωρία δέχτηκε τόν Ἰσλαμισμό, περιτμήθηκε καί ὀνομάστηκε Ἀχμέτ.
Σέ ἡλικία 10 χρονῶν, ἐπέστρεψε στή Χίο κλαίγοντας καί ὀμολογώντας τόν Χριστό. Ὁ πατέρας του γιά νά τόν προφυλάξει τόν μετέφερε σ’ ἕνα κτῆμα του στίς Κυδωνιές. Ἀργότερα, 22 χρονῶν, ἀρραβωνιάστηκε καί ὁ ἀδελφός τῆς μνηστῆς του, ἐπειδή εἶχε μαζί του χρηματικές διαφορές, τόν πρόδωσε στόν Τοῦρκο διοικητή, ὅτι ἐνῶ ἔγινε Μουσουλμάνος ἐπανῆλθε στόν Χριστιανισμό.
Βασανίστηκε σκληρά καί ἀφοῦ μέσα στήν φυλακή κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, τό πρωί τῆς 26ης Νοεμβρίου 1807 τοῦ ἔκοψαν – μέ μαρτυρικό τρόπο – τό κεφάλι λίγο – λίγο.
Ἔτσι ἔλαβε τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀπό τόν ἀθλοθέτη Χριστό.

Πηγή:  http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Publish modules to the "offcanvs" position.