ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Εἰς τὰ Ἁγια Θεοφάνεια, Λόγος του Ἁγίου Ἰωάννου Αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως, του Χρυσοστόμου

πηγὴ τῶν εὐαγγελικῶν διδαγμάτων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ῥύακας, καὶ εἴ τις διψῶν πίνει ἐξ ἐκείνης τῆς πηγῆς, καὶ ζωοποιεῖται· ζωοποιεῖται δὲ κατὰ πνεῦμα καὶ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν, εὐφροσύνην ὑπὲρ οἶνον δεχόμενος. Ἀκόρεστος γὰρ ἡ γλυκύτης τῶν πνευματικῶν λογίων· οὐ γὰρ εὐφραίνει κοιλίαν, ἀλλὰ καρδίαν, καὶ λογισμοὺς εὐσεβῶν εἰς φιλοθεΐαν ἄγει. Ἤκουες γὰρ ἀρτίως ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου βοῶντος πρὸς τὸ συνελθὸν πανταχόθεν καὶ βαπτιζόμενον τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος· Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν. Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος· ὀπίσω, διὰ τὸν τόκον τῆς γεννήσεως. Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι.
Καὶ ποῖα ὑποδήματα βαστακτέα ὑπεφέρετο ὁ Κύριος, ὅτι ἔλεγεν, Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι; Ἐνταῦθα ὑποδήματα, τὰ τῆς οἰκονομίας μυστήρια λέγει· ὑποδήματα γὰρ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Κυρίου προσαγορεύεται...
Καὶ τούτου μάρτυς ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου κράζων· Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου. Διὰ τοῦτο καὶ ὑποπόδιον ἤκουσεν ἡ τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησις, ὡς ἐπὶ γῆς ὀφθεῖσα, καὶ τὸ τέρμα τῆς γῆς καταλαβοῦσα. Ὅπερ καὶ ὁ προφήτης ἐκ τῶν ἑκατέρων τὴν ἐμφάνειαν ποιούμενος ἐκέκραγεν· Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι· αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί. Οὗ τὸ πτύον ἐν χειρὶ αὐτοῦ· καὶ τὸν μὲν σῖτον συνάξει εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ. Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος, καὶ τὸν ἰσχυρότερον Κύριον σαλπίζοντος, οἱ ὑπ' αὐτοῦ βαπτιζόμενοι ἀντέβαινον τῷ Ἰωάννῃ, λέγοντες· Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα, ὦ προφῆτα;
τί σεαυτὸν συκοφαντεῖς; σὺ τοῦ μεγάλου Ζαχαρίου υἱὸς, σὺ καὶ ἀνθρώποις ποθητὸς,
καὶ θηρίοις φοβερός. Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα; τί ἀδολεσχεῖς; Οὐκ ἔστι σοῦ ἰσχυρότερος. Σὺ καὶ κατ' ἐπαγγελίαν ἐτέχθης, σὺ ὑπὸ Γαβριὴλ ἐμηνύθης, σὺ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐφανερώθης, σὺ τὴν γλῶτταν τοῦ γεννήσαντός σε δεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γαβριὴλ διέλυσας, σὺ Ἰωάννης κέκλησαι, ὃ χάρις Θεοῦ ἑρμηνεύεται.
Σύναξη Υπεραγίας Θεοτόκου της Μεσοπαντητίσσης εν Κρήτη (13 Ιανουαρίου)

Ιερά εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντητίσσης μετακομίσθηκε στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη κατά τους χρόνους της εικονομαχίας, για να διασωθεί από την ασεβή μανία των εικονομάχων. Κατά την παράδοση έχει αγιογραφηθεί από τον Ευαγγελιστή Λουκά.
Κατά την περίοδο της Ενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη, φυλασσόταν στο Ναό του Αγίου Αποστόλου Τίτου στον Χάνδακα (Ηράκλειο). Κάθε δε Τρίτη λιτανευόταν από τους ευλαβείς Χριστιανούς.
Όταν ο Χάνδακας (Ηράκλειο) κυριεύθηκε από τους Αγαρηνούς, οι Ενετοί παρέλαβαν την σεβάσμια εικόνα της Παναγίας και τη μετέφεραν στη Βενετία, όπου την εναπέθεσαν στο ναό της Santa Maria della Salute, δηλαδή της Υπεραγίας Θεοτόκου της Υγείας (και όχι των Χαιρετισμών όπως εσφαλμένα έχει μεταφραστεί σε μερικές πηγές). Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα.
Αντίτυπο της ιεράς εικόνας βρίσκεται στον Ιερό Ναό του Αποστόλου Τίτου, στο Ηράκλειο, όπου τελείται και η εορτή της Συνάξεως.
Ἅγιος Κεντιγκέρνος (Kentigern) Ἐπίσκοπος Γλασκόβης (13 Ιανουαρίου)

Ἅγιος Κεντιγκέρνος καταγόταν ἀπό τήν Σκωτία. Περί τῶν παιδικῶν του χρόνων θρυλοῦνται πολλά. Λέγεται ὅτι ἦταν ἐξώγαμο παιδί κάποιας βασιλόπαιδος τήν ὁποία, ὁ προσβεβλημένος πατέρας της τήν ἔβαλε σέ μία βάρκα πού ἄφησε ἀκυβέρνητη στό πέλαγος. Ἡ βάρκα ἐξόκειλε κοντά στή Μονή τοῦ Κούλρος. Ὁ Ἡγούμενος Ἅγιος Σέρφ εὐσπλαχνίστηκε τή μητέρα καί τό παιδί καί ἀνέλαβε τήν προστασία τοῦ βρέφους. Ὁ Ἅγιος ὀνομαζόταν καί Μούνγκο, πού σημαίνει «προσφιλής, ἀγαπητός» ἤ, κατ’ ἄλλους, «σκυλάκι, κουτάβι», λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Ἅγιος ἀκολουθοῦσε τόν προστάτη του Ἅγιο Σέρφ.
Ὁ Ἅγιος ἐγκαταστάθηκε στή Γλασκόβη, ὅπου ἔγινε καί Ἐπίσκοπος. Ὁ βίος του ἦταν πολύ ἀσκητικός. Ἡ ἐνδυμασία του ἦταν ἀπό δέρμα ζώων, διέμενε δέ σέ σπήλαιο ἀσκούμενος στήν προσευχή. Θεωρεῖται ὅτι κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη τό ἔτος 612 μ.Χ. σέ ἡλικία 85 ἐτῶν.
Ὅσιος Ἰάκωβος (13 Ιανουαρίου)

Ὅσιος Ἰάκωβος (4ος αἰώνας μ.Χ.) ὑπῆρξε γέννημα καί θρέμμα τῆς πόλεως Νισίβεως τῆς Μεσοποταμίας. Ἀγάπησε ὅμως τήν ζωή τῆς ἐρημίας καί τῆς ἡσυχίας. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔφυγε ἀπό τήν πόλη καί πῆγε στίς ὑψηλότατες κορυφές τῶν ορέων τῆς περιοχῆς, ὅπου καί διέμενε. Ἐκεῖ ἀντιμετώπιζε μέ γενναιότητα καί καρτερία τίς δυσμενεῖς καιρικές συνθῆκες πού τόν καταταλαιπωροῦσαν, τόν ὑπερβολικό δηλαδή καύσωνα τοῦ καλοκαιριοῦ καί τόν παγετό τοῦ χειμώνα.
Ὅπως ἀναφέρεται στό Συναξάρι του, ὁ Ὅσιος γιά τροφή του χρησιμοποιοῦσε ἀγριόχορτα καί λίγο νερό καί γιά ἐνδυμασία του εἶχε ἕναν καί μοναδικό ἁπλό χιτώνα. Μέ αὐτή τή λιτή ἀσκητική ζωή, ἐξασθένιζε βέβαια τό σῶμα του, προσέφερε ὅμως συνεχῶς πνευματική τροφή στήν ψυχή του.
Τά ἀποτελέσματα τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ὑπῆρξαν πλούσια. Πρῶτα ὁ Ὅσιος ἀπέκτησε τήν παρρησία πρός τόν Θεό. Ἔπειτα, μέ τήν δύναμη καί τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔλαβε τήν ἱκανότητα νά προβλέπει τά μέλλοντα καί νά ἐπιτελεῖ θαύματα, ὅπως τό ἀκόλουθο:
Κάποτε, ἐνῶ διερχόταν ἀπό ἕναν τόπο, εἶδε σέ κάποια πηγή μερικές νέες γυναῖκες νά κάνουν τήν ἐργασία τους μέ ἀναιδή καί ἄσεμνη ἐμφάνιση. Ὁ Ὅσιος δέν ἀνέχθηκε αὐτήν τήν κατάσταση. Ἔτσι, μέ τρόπο θαυματουργικό, ἀπό τήν μιά μεριά ἀποξήρανε τήν πηγή, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ἔκαμε νά γίνουν ὁλόλευκα ἀπό μαῦρα τά μαλλιά τῶν ἀναίσχυντων γυναικών. Καί βέβαια, ὕστερα ἀπό παράκληση τῶν Χριστιανῶν, προσευχήθηκε καί ἡ πηγή ἔβγαλε πάλι νερό. Τίς γυναῖκες ὅμως, τίς ἄφησε νά μείνουν μέ λευκά τά μαλλιά γιά σωφρονισμό καί διόρθωση πνευματική.
Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος γιά τίς πολλές ἀρετές του ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς πατρίδος του, τῆς Νισίβεως. Ὡς Ἐπίσκοπος ἔλαβε μέρος στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού ἔγινε τό 325 μ.Χ. στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ἡ Σύνοδος αὐτή καθαίρεσε τόν Ἄρειο, ὁ ὁποῖος δίδασκε πώς ὁ Χριστός δέν εἶναι Θεός, ἀλλά κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἄρειος ὅμως, παρά τήν καθαίρεσή του, ἑτοιμαζόταν νά εἰσέλθει σέ ἕνα ναό, γιά νά λειτουργήσει. Τότε συνέβη τό ἑξῆς θαυμαστό γεγονός:
Ὕστερα ἀπό προσευχή τοῦ Ὁσίου Ἰακώβου, ὁ βλάσφημος Ἄρειος δέν πρόφθασε νά πάει στό ναό, ἀφοῦ πέθανε ἀπό διάλυση τῶν σπλάχνων του.
Ὅμως ὁ Ὅσιος μαζί μέ τήν ἀκοίμητη εὐσέβειά του διαφλεγόταν καί ἀπό θερμότατη φιλοπατρία. Ὅταν οἱ Πέρσες πολιόρκησαν τήν Νίσιβη, ὁ Ὅσιος συνετέλεσε τά μέγιστα διά τῆς δυνάμεως τῆς πίστεώς του καί τῆς ἠθικῆς ἐπιροῆς του στήν ἀπόκρουση τῶν ἐχθρῶν καί τή διάλυση τῆς πολιορκίας. Διαπρέποντας σέ τοῦτα τά μέγιστα μεγαλουργήματα ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἔφθασε σέ βαθύτατο γῆρας, κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη.
Ἅγιοι Ἕρμυλος καὶ Στρατόνικος (13 Ιανουαρίου)

ἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἕρμυλος καί Στρατόνικος ζοῦσαν κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ἀνατολῆς Λικινίου (308 – 323 μ.Χ). Ὁ Λικίνιος, ὅπως εἶναι γνωστό, γιά νά εὐχαριστήσει τούς εἰδωλολάτρες πού ἀντιπαθοῦσαν τόν Μέγα Κωνσταντίνο, διέταξε, περί τό 320 – 322 μ.Χ., διωγμό κατά τῶν Χριστιανῶν.
Ὁ Ἅγιος Ἕρμυλος, κατά τήν ἐκκλησιαστική τάξη, ἦταν διάκονος. Ὅταν παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καί ὁμολόγησε τήν πίστη του στόν Χριστό, ὑποβλήθηκε σέ φοβερά βασανιστήρια. Πρῶτα τόν μαστίγωσαν μέ ἀγκαθωτά μαστίγια. Οἱ φρικώδεις βασανισμοί δέν ἔφεραν τό ποθούμενο ἀποτέλεσμα. Στή δεινή δέ αὐτή κατάσταση εὑρισκόμενος ὁ Ἅγιος Ἕρμυλος, κλείσθηκε στήν φυλακή. Μετά ἀπό λίγες μέρες καταβλήθηκε νέα προσπάθεια, γιά νά ἀρνηθεῖ ὁ Μάρτυς τόν Χριστό. Ἐκεῖνος ἀπάντησε δοξολογώντας καί εὐχαριστώντας τό Ἅγιο Ὄνομα τοῦ Κυρίου.
Μεταξύ ἐκείνων πού παρευρίσκονταν στό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἑρμύλου, ἦταν καί ὁ φίλος του Στρατόνικος, πού ὑπέφερε πολύ γιά τά παθήματά του. Μπροστά στό θέαμα τοῦ μαρτυρίου τοῦ φίλου του, ὁ Στρατόνικος δέν μπόρεσε νά κρατήσει τούς στεναγμούς καί τά δάκρυά του. Ἀμέσως τόν συνέλαβαν καί τόν κάλεσαν νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό. Καί ἐκεῖνος ἀκολούθησε τόν δρόμο τῆς καλῆς ὁμολογίας τοῦ φίλου του Ἑρμύλου. Τό μαρτύριο ἐπεκτάθηκε καί σ’ αὐτόν. Τόν κτύπησαν καί ἀκολούθως τόν ἔριξαν μαζί μέ τόν Ἕρμυλο στόν ποταμό Ἴστρο (Δούναβη), ὅπου καί οἱ δυό τους ἐδέχθησαν τό μακάριο τέλος καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Κάποιοι Χριστιανοί πού πληροφορήθηκαν τά γεγονότα, κατέβαλαν κάθε προσπάθεια, γιά νά βροῦν τά τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων. Καί ὅταν, μετά τρεῖς μέρες, τά εἶδαν κάπου στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, τά παρέλαβαν καί τά ἐνταφίασαν μαζί.
Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἑρμύλου καί Στρατονίκου ἐτελεῖτο στόν εὐκτήριο οἶκο τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στήν περιοχή πού ὀνομάζεται Ὀξεία (νῆσος τῆς Προποντίδος), στή Φιρμούπολη, πού ἦταν κοντά στήν Κωνσταντινούπολη, καί «ἐν τοῖς τοῦ Σπουδαίου» κοντά στό Ὀρφανοτροφεῖο.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δυάς ἔνθεος, ὁμολογοῦντες, τήν Ὑπέρθεον, πιστῶς Τριάδα, ἀνεδείχθητε πανεύφημοι Μάρτυρες, ὁ εὐκλεής καί ἀήττητος Ἕρμυλος, καί ὁ στερρός καί θεόφρων Στρατόνικος. Ἀλλ’ ὡς σύμμορφοι, ἐν δόξῃ τῇ ὑπέρ ἔννοιαν, αἰτήσασθε ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Ἀγώνων τῷ βυθῷ, τόν ἐχθρόν τόν διώκτην, ποντίσαντες στερρῶς, Ἀθλοφόροι γενναῖοι, τό τέλος ἐδέξασθε, ποταμίοις ἐν ῥεύμασι, καί ἰθύνθητε, πρός ἀφθαρσίας τό ὕδωρ, θεῖε Ἕρμυλε, σύν τῷ κλεινῷ Στρατονίκῳ, Χριστόν μεγαλύνοντες.
Μεγαλυνάριον.
Γνώμῃ ὁμοψύχῳ καί σταθηρᾷ, Ἕρμυλος ὁ θεῖος, καί Στρατόνικος ὁ κλεινός, τοῦ Χριστοῦ τό πάθος, δοξάσαντες δι’ ἄθλων, τῆς ἀειζώου δόξης κατηξιώθησαν.
Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης (13 Ιανουαρίου)

Ὅσιος Μάξιμος δύναται νά παραβληθεῖ γιά τήν αὐστηρότητα τοῦ βίου του καί τήν ἀρετή του πρός τούς μεγάλους ἀσκητές τῆς Αἰγύπτου, τῶν ὁποίων τό βίο ζήλωσε.
Καταγόταν ἀπό τήν Λάμψακο καί ὀνομαζόταν προηγουμένως Μανουήλ. Ἔγινε μοναχός στό ὄρος Γάνος τῆς Προποντίδος. Τό μοναχικό σχῆμα καί τό ὄνομα Μάξιμος προσέλαβε ἀπό τόν φημισμένο γέροντα Μᾶρκο. Ἐκεῖ ἀναδείχθηκε ἀκούραστος καί ἀκατάβλητος στήν μελέτη, τήν προσευχή, τήν κυριαρχία τῆς γλώσσας καί τήν ἀγάπη πρός τήν εἰρήνη καί τήν ὁμόνοια. Ἀκολούθως μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη καί ἦταν τόση ἡ ἀρετή του, ὥστε ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος (1376 – 1379) τόν κάλεσε στά ἀνάκτορα, γιά νά τόν γνωρίσει καί νά συνομιλήσει μαζί του. Στή συνέχεια πῆγε στή Θεσσαλονίκη, γιά νά προσκυνήσει τό Ἅγιο λείψανο τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου καί μετά κατέφυγε στήν ἔρημό τοῦ Ἄθω, στό Ἅγιον Ὄρος, πού φέρει σήμερα τό ὄνομά του. Ἐκεῖ ἔκτιζε ὅπου ἤθελε τήν καλύβα του (τό κελί του) τήν ὁποία στήν συνέχεια ἔκαιγε ἀπό ἀρετή, γιά νά μένει ἀκτήμων. Γι’ αὐτό καί ὀνομάσθηκε Καυσοκαλυβίτης. Ἔζησε μέ ὁσιακό τρόπο καί κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1320 μ.Χ. σέ ἡλικία 95 ἐτῶν.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Μητρικῆς ἐκ νηδύος Ὅσιε Μάξιμε, ἐκλογῆς ὡς δοχεῖον ἀνατεθείς τῷ Θεῷ, τοῦ θείου γνόφου ὡς Μωσῆς κατηξίωσαι, καί τά πόρρω προορᾶν, κατά τόν μέγαν Σαμουήλ, τοῦ Ἄθω τό θεῖον θαῦμα, τῆς Θεοτόκου ὁ μύστης· ᾗ καί πρεσβεύεις Πάτερ ὑπέρ ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ὑψηλῶν θεωριῶν φιλοθεάμονα, καί προσευχής τῆς νοερᾶς ἐργάτην δόκιμον, ανυμνοῦμέν σε οἱ δούλοι σου θεοφόρε. Ἀλλ’ ὡς μύστης τῶν ἐνθέων ἀναβάσεων, καθοδήγησον ἡμᾶς πρός βίον κρείττονα, τούς βοῶντάς σοι, χαίροις Ὅσιε Μάξιμε.
Μεγαλυνάριον.
Αἴγλῃ ἀπροσίτῳ καταστραφθείς, τῇ ἐπιφανείᾳ, τῆς Παρθένου τε καί Ἁγνῆς, ὤφθης ὑψιβάμων, μετά σαρκός πολεύων, τά ὑπέρ νοῦν καί λόγον, Ὅσιε Μάξιμε.
Ἅγιος Ρεμίγιος Ἐπίσκοπος Ρημῶν (13 Ιανουαρίου)
Ἅγιος Ρεμίγιος γεννήθηκε τό ἔτος 437 μ.Χ. στήν πόλη Λυόν τῆς Γαλλίας. Γενόμενος Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τῶν Ρημῶν τῆς Γαλλίας, πούλησε τήν μεγάλη του περιουσία, διένειμε τά χρήματα στούς φτωχούς καί σέ ἄλλες ποικίλες ἀγαθοεργίες. Ἀφοσιώθηκε μέ θεῖο ζῆλο στή μελέτη τοῦ θείου λόγου, στήν καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν καί τό ἱεραποστολικό ἔργο. Πρώτιστο μέλημά του ἦταν τό κήρυγμα τῆς ἀλήθειας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στούς Ἐθνικούς. Τό μεγάλο κατόρθωμα τῆς ἐπισκοπικῆς του δράσης ἦταν ἡ βάπτιση τοῦ βασιλέως τῶν Γάλλων Κλόβιος τοῦ Α’ κατά τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 496 μ.Χ., τῶν δυό ἀδελφῶν αὐτοῦ καί 3.000 γυναικῶν καί παίδων. Γιά τό τεράστιο ἱεραποστολικό του ἔργο ὀνομάσθηκε «Ἀπόστολος τῆς Γαλλίας».
Ὁ Ἅγιος Ρεμίγιος μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἔχασε τήν ὅρασή του καί κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη τό ἔτος 533 μ.Χ.
Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικτώνων (13 Ιανουαρίου)

Ἅγιος Ἱλάριος καταγόταν ἀπό τήν Γαλλία καί γεννήθηκε κατά τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. στήν πόλη Πουατιέ. Οἱ γονεῖς του ἦσαν εἰδωλολάτρες καί ἐκεῖνος μετεστράφη πρός τόν Χριστό καί ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς γενέτειράς του. Τό ἔτος 356 μ.Χ. ἐξορίσθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Κωνστάντιο (337 – 361 μ.Χ.) στή Φρυγία γιά τά ὀρθόδοξα φρονήματά του. Στήν ἐξορία, ὅπου ἔμεινε γιά τέσσερα συνεχή ἔτη, ἔγραψε τό «Περί τῆς Τριάδος» ἔργο του καί τό «Περί Συνόδων», τό ὁποῖο ἀπηύθηνε πρός τούς Χριστιανούς τῆς Δύσεως, γιά νά τούς πληροφορήσει περί τῶν ἀγώνων τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἀνατολῆς κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Ὁ Ἅγιος, τό 359 μ.Χ., ἔλαβε μέρος στή Σύνοδο τῆς Σελευκείας τῆς Ἰσαυρίας καί μετεῖχε τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν ἀπό τή Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, μέ σκοπό νά γνωρίσουν στόν αὐτοκράτορα τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου. Ὁ Ἅγιος ζήτησε ἰδιαίτερη ἀκρόαση ἀπό τόν αὐτοκράτορα, ἀλλά δέν ἔγινε δεκτός καί ἐκδιώχθηκε. Ἐπανῆλθε στή Γαλλία, ὅπου καί συνέχισε τούς ἀγῶνες του κατά τῶν αἱρετικῶν καί τή δράση του ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Στή Σύνοδο τῶν Παρισίων, πού ἔγινε τό ἔτος 361 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Ἱλάριος κατόρθωσε νά ἀναθεματισθοῦν οἱ Ἀρειανοί καί οἱ ἀρχηγοί τους στή Δύση, Αὐξέντιος, Οὐρσάκιος, Οὐάλης καί Σατουρνίνος καί νά ἀναγνωρισθεῖ τό κύρος τῶν ἀποφάσεων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀπό τήν Γαλλία ὁ Ἅγιος μετέβη στήν Ἰταλία, ὅπου, τό ἔτος 364 μ.Χ., προήδρευσε τῆς Συνόδου τῶν Μεδιολάνων καί καταπολέμησε τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως αὐτῆς, Αὐξέντιο.
Ὁ Ἅγιος Ἰλάριος κοιμήθηκε ὁσίως μέ εἰρήνη μεταξύ τῶν ἐτῶν 366 – 368 μ.Χ.