ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἡ βασίλισσα καὶ οἱ θεράποντες αὐτῆς Ἀπολλώ, Ἰσαάκιος καὶ Κοδράτος οἱ Μάρτυρες (21 Απριλίου)

Ἁγία Ἀλεξάνδρα ἦταν σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ἐντελῶς διαφορετική ἀπό ἐκεῖνον, πού ἦταν τραχύς στά αἰσθήματα καί φίλος τῆς βίας καί τοῦ αἵματος, διακρινόταν γιά τήν ἤρεμη ψυχική της διάθεση, τήν εὐσπλαχνία καί τήν φιλάνθρωπη ζωή της. Καί ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου αὔξανε μέσα της τόν φωτισμό. Καί τό θεῖο ἔλεος τήν καταξίωσε κατά τήν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου νά αἰσθανθεῖ μέσα της τήν πνοή καί τήν ὁρμή τῆς πίστεως στόν Χριστό. Τότε, ἀφοῦ στράφηκε πρός τόν αὐτοκράτορα, τόν παρακάλεσε νά διατάξει τήν παύση τῶν μαρτυρικῶν βασανιστηρίων. Ἐκεῖνος ὑπέθεσε ὅτι ἡ αὐτοκράτειρα, ἀσυνήθιστη σέ τέτοιου εἴδους θεάματα, κατελήφθη ἀπό οἶκτο ἀσυνείδητο καί ἀπερίσκεπτο. Τῆς εἶπε λοιπόν νά ἀποσυρθεῖ. Ἀλλά ἔλαβε μεγαλόφωνη τήν ἀπάντηση ὅτι μία τέτοιου εἴδους σκηνή εἶναι ἀπάνθρωπη καί ἀνάξια τοῦ στέμματος.
Καί ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἔβρισε τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐκείνη μέ ἀνδρεία φωνή διακήρυξε ὅτι καταγγέλλει ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τούς διῶκτες τῶν Χριστιανῶν καί ὁμολογεῖ καί αὐτή τήν πίστη της στόν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ αὐτοκράτορας θέλησε νά ἑρμηνεύσει τήν δήλωσή της ὡς διανοητική διατάραξη. Ἀλλά ἐκείνη διαμαρτυρήθηκε καί ἐπανέλαβε τήν ὁμολογία της. Ὁ Διοκλητιανός τότε ἐξεμάνη. Ἐνῷ αὐτός ζητοῦσε νά ἐξοντώσει τούς Χριστιανούς, ἡ κατάκτησή τους εἰσῆλθε καί στά ἀνάκτορα καί ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα προέβαλε φανερά τήν ἴδια πίστη καί ἦταν συνήγορός τους. Διέταξε λοιπόν τήν ἀπαγωγή καί τή φυλάκισή της.
Στήν φυλακή ἡ Ἁγία πέρασε τή νύχτα μέ προσευχή γιά τόν ἑαυτό της καί παρακαλώντας τόν Κύριο γιά τήν Ἐκκλησία Του, ἡ ὁποία τόσο σφοδρά κλυδωνιζόταν. Γιά τήν ζωή της δέν ἐνδιαφερόταν καθόλου. Ἐπιθυμοῦσε μάλιστα νά ἐλάμβανε μαρτυρικό θάνατο, ἀλλά ἀναχαιτιζόταν ἀπό ἕνα δισταγμό. Γνώριζε ὅτι γιά τόν σύζυγό της δέν ὑπῆρχε ἔλεος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πού ἦταν δίκαιος κριτής, δέν ἤθελε ὅμως νά ἐπιβαρυνθεῖ ἡ ἐνοχή του γιά τό ἔγκλημα μέ τόν δικό της φόνο καί δεήθηκε πρός τόν Ὕψιστο νά παραλάβει τήν ψυχή της ἀπό τήν φυλακή ἐκείνη καί νά φανεῖ εὐσπλαχνικός πρός αὐτή, γιά τό ὅτι ἐπί τόσο καιρό ἐκείνη παρακολουθοῦσε ἀπαθής τούς διωγμούς τῶν Χριστιανῶν κοντά στό πλευρό τοῦ διώκτη αὐτῶν.
Ἡ δέησή της εἰσακούσθηκε. Δύο ἡμέρες πρίν τήν θανάτωση τοῦ Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, τό ἔτος 303 μ.Χ., παρέδιδε τήν τελευταία της πνοή στή φυλακή. Τό παράδειγμα τῆς βασίλισσας ἀκολούθησαν καί οἱ τρεῖς ἀπό τούς ἀκόλουθούς της, ὁ Ἀπολλώ, ὁ Ἰσαάκιος καί ὁ Κοδράτος. Τίμιοι καί ἐνάρετοι ὑπηρέτες, ἀφοσιωμένοι ἀπό καρδιά στήν αὐτοκράτειρά τους, τῆς ὁποίας γνώριζαν τήν ἀγαθότητα, σκέφθηκαν ὅτι ἡ ἀπόφασή της καί ἡ πίστη της στόν Χριστό ἔπρεπε νά τούς κάνει νά ἐξετάσουν καί αὐτοί χωρίς προκατάληψη τήν πίστη στόν ἀληθινό Θεό καί νά κανονίσουν ἀναλόγως τή διαγωγή τους στό μέλλον. Πῆγαν λοιπόν σέ ἕναν Χριστιανό ἱερέα, τόν ἄκουσαν καί ἀποχώρησαν ἀπό τό σπίτι του ἔνθερμοι πιστοί, φωτισμένοι ἀπό τή Χάρη τοῦ Παρακλήτου, μέ τήν ἀπόφαση νά ἀκολουθήσουν τό παράδειγμα τῆς βασίλισσάς τους καί σύντομα ήλθε η ἡμέρα να ὁμολογήσουν καί αὐτοί τήν πίστη τους.
Ὁ Διοκλητιανός διέταξε τήν θανάτωσή τους καί, τόν μέν Κοδράτο τόν ἀποκεφάλισαν, τούς δέ Ἀπολλώ καί Ἰσαάκιο τούς ὑπέβαλαν στόν θάνατο διά τῆς πείνας καί τῆς δίψας. Τό βασανιστήριο αὐτό ὑπῆρξε ὀδυνηρότατο. Ἀλλά τό ἀντιμετώπισαν μέ ἀνδρεία, παρηγορούμενοι ἀπό τήν ἐλπίδα ὅτι ἐπρόκειτο νά συναντηθοῦν στά σκηνώματα τῆς δικαιοσύνης καί τῆς μακαριότητας μαζί μέ τήν Ἁγία βασίλισσα. Ἡ ἐλπίδα τους ἱκανοποιήθηκε. Ἡ Ἐκκλησία τιμώντας τήν μνήμη τους, τούς συνεορτάζει μαζί της τήν ἴδια ἡμέρα.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῷ Χριστῷ προσελθοῦσα Ἀλεξάνδρα πανεύφημε, διά τῶν μεγίστων θαυμάτων Γεωργίου τοῦ Μάρτυρος, κατέλιπες τιμάς βασιλικάς, καί ὤφθης τῶν Μαρτύρων κοινωνός· μεθ’ ὧν πρέσβευε ἀπαύστως ὑπέρ ἡμῶν, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σύν Ἁγίοις Ἀθληταῖς, λαμπρῶς σε ἀριθμήσαντι.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Μαρτύρων Χριστοῦ, ἐδείχθης ἰσοστάσιος, δεχθεῖσα λαμπρῶς, τό φῶς τῆς θείας πίστεως, ὦ Ἀλεξάνδρα πάνσεμνε· διά τοῦτο πιστῶς ἐκβοῶμέν σοι· τόν βασιλέα τῆς δόξης Χριστόν, δυσώπει ὑπέρ τῶν εὐφημούντων σε.
Μεγαλυνάριον.
Αἴγλῃ λαμπρυνθεῖσα τῇ θεϊκῇ, σεμνή Ἀλεξάνδρα, ὡμολογήσας τόν Χριστόν, καί αὐτοῦ τῆς δόξης, συμμέτοχος ἐγένου, ὑπέρ αὐτοῦ θανοῦσα, γνώμης στερρότητι.
Ἅγιοι Ἰανουάριος, Πρόκλος, Σῶσσος, Φαῦστος, Δησιδέριος, Ἀκούτιος καὶ Εὐτύχιος οἱ Μάρτυρες (21 Απριλίου)

ἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰανουάριος, Ἐπίσκοπος Βενεβέντου, Πρόκουλος ἢ Πρόκλος, Σῶσσος, Φαῦστος, Ἀκουτίων ἢ Ἀκουστίων καὶ Εὐτύχιος, ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.), ὅταν ἡγεμόνας στὴν Καμπανία τῆς Ἰταλίας ἦταν ὁ Τιμόθεος.
Οἱ Ἅγιοι συνελήφθησαν ἐπειδὴ ἦσαν Χριστιανοὶ καὶ ὑποβλήθηκαν σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἔμειναν ὅμως σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἔριξαν σὲ καμίνι μὲ φωτιά, τοὺς ἀποκεφάλισαν.
Στὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου ἀναφέρεται ὅτι μία γυναίκα, ποὺ ὀνομαζόταν Μαξιμίνα καὶ ἦταν χήρα, εἶχε τὴν ἀτυχία νὰ χάσει τὸ μονάκριβο παιδί της. Κάποια στιγμή, ἐνῷ θρηνοῦσε, συνῆλθε γιὰ λίγο καὶ κοιτάζοντας ψηλά, εἶδε πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ ναοῦ ἕνα ὕφασμα κρεμασμένο, στὸ ὁποῖο ἦταν ζωγραφισμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου.
Τότε ἡ γυναίκα ἔφερε στὸ νοῦ της ἐκεῖνο ποὺ κάποτε ἔκανε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος, ὅταν ἀνέστησε τὸν υἱὸ τῆς Σωμανίτιδος. Ἀφοῦ κινήθηκε λοιπὸν ἡ Μαξιμίνα ἀπὸ θεῖο φωτισμό, ἔκανε καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο. Σχημάτισε δηλαδὴ κατάλληλα τὸν υἱό της καὶ ἀκολούθως σχημάτισε τὸ ὁμοίωμα τοῦ Ἁγίου Ἰανουαρίου. Στὴ συνέχεια δέ, στὰ μάτια τοῦ παιδιοῦ της προσάρμοσε τὰ μάτια τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὰ αὐτιά, τὸ στόμα καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη. Κάνοντας τὸ ἔργο αὐτὸ ἡ γυναίκα προσευχόταν θερμὰ πρὸς τὸν Ἅγιο Ἰανουάριο λέγοντας: «Δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ἐλέησε με καὶ ἀνάστησε τὸν υἱό μου, γιατί εἶναι τὸ μόνο μου παιδί, δὲν ἔχω ἄλλο». Καὶ πραγματικά, ὁ Ἅγιος ἄκουσε τὴν παράκληση τῆς Μαξιμίνας καὶ ἀνέστησε τὸν υἱὸ αὐτῆς.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Ἱεράρχης καὶ σοφὸς θεηγόρος, τύπος ἐγένου πρὸς ἀθλήσεως πόνους, Πάτερ Ἰανουάριε τοῖς περὶ σεαυτόν. Σῶσος γὰρ καὶ Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαῦστος, καὶ σὺν Ἀκουτίωνι, ὁ Εὐτύχιος ἅμα, σὺν σοὶ ἀθλοῦσι μάκαρ εὐσεβῶς· μεθ' ὧν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ κόσμῳ λάμψαντες ὥσπερ λυχνία, μυστικῶς ἑπτάφωτος, καταφωτίζετε ἡμᾶς, Ἰανουάριε ἔνδοξε, σὺν τοῖς συνάθλοις, μεθ’ ὧν εὐφημοῦμέν σε.
Μεγαλυνάριον.
Ἰανουαρίου τοῦ θαυμαστοῦ, τοὺς λαμπροὺς ἀγῶνας, τὶς οὐ μέλψει τῶν εὐσεβῶν; Δεῦτε οὖν σὺν τούτῳ, καὶ τῶν συναθλησάντων, τὰς θείας ἀριστείας, ἐγκωμιάσωμεν.
Ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Ὁμολογητής ὁ Σιναΐτης (21 Απριλίου)

Ὅσιος Ἀναστάσιος ἔζησε τόν 7ο αἰώνα μ.Χ. καί καταγόταν ἀπό εὐγενή οἰκογένεια. Γρήγορα ὅμως ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί τά βιοτικά πράγματα καί ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα ἐπισκέφθηκε τήν Συρία, τήν Αἴγυπτο καί τά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους καί κατέληξε στή μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στό ὄρος Σινᾶ, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἡγούμενος. Ὁ Ὅσιος διακρίθηκε γιά τούς ἀγῶνες του κατά τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, γι’ αὐτό καί ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής. Ἐτιμᾶτο ἰδιαίτερα ἀπό τούς σύγχρονούς του, οἱ ὁποῖοι τόν ἀποκαλοῦσαν καί «νέον Μωυσέα». Κοιμήθηκε μέ εἰρήνη σέ βαθύ γῆρας περί τῆς ἀρχές τοῦ 8ου αἰῶνος μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ἦταν ἀπό τούς πολυγραφότερους συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς του. Τά ἔργα του εἶναι τά ἀκόλουθα: α) «Ὁδηγός». Τό ἔργο αὐτό ἀποτελεῖται ἀπό 24 κεφάλαια καί ὀνομάσθηκε ἔτσι διότι ἦταν προορισμένο νά χρησιμεύσει ὡς ὁδηγός πρός ὑποστήριξη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, β) «Ἐρωτήσεις καί ἀποκρίσεις περί διαφόρων κεφαλαίων καί διαφόρων προσώπων». Στό ἔργο αὐτό ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος, ἀκολουθώντας τή μέθοδο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τῶν ἐρωτήσεων καί τῶν ἀποκρίσεων, ἐπιλύει διάφορα ζητήματα δογματικά, πρακτικά καί ἐκκλησιαστικά, γ) «Λόγος περί τῆς ἁγίας συνάξεως καί περί τοῦ μή κρίνειν καί μνησικακεῖν», ὅπου ἀναφέρεται στή Θεία Εὐχαριστεία, δ) «Θεωρίαι ἀναγωγικαί εἰς τήν ἑξαήμερον». Τό ὅλο ἔργο ἀποτελεῖται συνολικά ἀπό δώδεκα βιβλία, ε) «Ἐκ τοῦ κατ’ εἰκόνα». Δύο λόγοι περί τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, στ) «Χρήσεις ἄχρηστοι μιαρῶν δυσσεβῶν Ἀρειανῶν ἀθετοῦσαι τήν ὁμοούσιον θεότητα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί κτίσμα τόν Κτίστην τῶν ἁπάντων λέγουσα». Τό βιβλίο αὐτό περιέχει ἀποσπάσματα ἀπό συλλογή χωρίων Πατέρων ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν. Ἐκτός ἀπό τά προαναφερθέντα ἔργα ἔχουν γραφεῖ καί ἄλλα ἀπό τόν Ὅσιο Ἀναστάσιο.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἅγιος Μαξιμιανὸς Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (21 Απριλίου)
Ἅγιος Μαξιμιανός ἢ Μάξιμος γεννήθηκε στή Ρώμη καί ἦταν ἄνδρας πολυμαθής καί εὐφυής. Ἐκεῖ ἔλαμψε μέ τίς πλούσιες ἀρετές του, τήν αὐστηρότητα τοῦ βίου του καί τό ἀπαράμιλλο ἦθος του. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ὑπό τοῦ Πατριάρχου Σισινίου (426 – 431 μ.Χ.). Ὃταν ἀργότερα κοιμήθηκε ὁ Σισίνιος, τόν διαδέχθηκε στόν Πατριαρχικό θρόνο ὁ αἱρετικός Νεστόριος (428 – 431 μ.Χ.), ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ ὁποίου ἀντέδρασε σθεναρά ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός. Μετά τήν καθαίρεση καί τήν ἐξορία τοῦ Νεστορίου στό θρόνο ἀνῆλθε, στίς 25 Ὀκτωβρίου 431 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός, ἔχοντας τήν θερμή ὑποστήριξη τόσο τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ ὅσο καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Βασιλεύουσας.
Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός, ἀφοῦ ἐργάσθηκε γιά τήν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας καί ἀνέπτυξε πλούσιο φιλανθρωπικό ἔργο, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό ἔτος 434 μ.Χ. Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx