ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Ἀπόστολος (22 Ιανουαρίου)

ύμφωνα μέ τίς πληροφορίες πού μας παρέχουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί οἱ Ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ Τιμόθεος ἦταν ὁ πιό ἀγαπητός μαθητής του καί ἕνας ἀπό τούς πιό στενούς συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τό ὄνομά του εἶναι ἑλληνικό καί σημαίνει αὐτός πού τιμᾶ τόν Θεό, ἀλλά καί αὐτόν πού τιμᾶ ὁ Θεός.
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Τιμόθεος γεννήθηκε μᾶλλον στά Λύστρα τῆς Λυκαονίας ἢ πιθανόν στή Δέρβη, ἀπό πατέρα Ἕλληνα Ἐθνικό καί μητέρα πιστή Ἰουδαία, προφανῶς ἐκ γενετῆς καί πιθανόν προσήλυτη, πού ὀνομαζόταν Εὐνίκη. Κατά τήν μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἦταν εὐσεβής, ὅπως καί ἡ μάμμη του, ἐκ μητρός, Λωΐς. Ὁ Τιμόθεος δέχθηκε ἀπό τίς εὐσεβεῖς αὐτές γυναῖκες τήν πρώτη θρησκευτική ἀγωγή καί διδάχθηκε ἀπό βρέφος τά ἱερά γράμματα. Μέ τόν τρόπο αὐτό προετοιμάσθηκε κατάλληλα νά ἀποδεχθεῖ στή συνέχεια τήν Χριστιανική πίστη.
Ἡ ὁριστική μεταστροφή του στόν Χριστιανισμό φαίνεται νά ἔγινε κατά τήν Α’ Ἀποστολική περιοδεία, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαζί μέ τόν Βαρνάβα ἐπισκέφθηκαν τά Λύστρα τῆς Λυκαονίας καί πιθανόν φιλοξενήθηκαν ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ Τιμοθέου.
Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κήρυττε τό Εὐαγγέλιο στά Λύστρα, εἶναι ἐπίσης βέβαιο ὅτι ὁ Τιμόθεος παρακολούθησε τό κήρυγμά του καί ἔγινε μάρτυρας τῶν διωγμῶν καί τῶν παθημάτων πού ὑπέστη ὁ Ἀπόστολος ἐκεῖ. Ἡ ἐμπειρία τῶν γεγονότων αὐτῶν φαίνεται ὅτι ἐπηρέασε ἔντονα τόν Ἀπόστολο Τιμόθεο καί τόν προετοίμασε ἐσωτερικά νά δεχθεῖ τήν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά πιστέψει σέ Αὐτόν.
Μετά τά γεγονότα στή Δέρβη καί στά Λύστρα τῆς Λυκίας, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρέλαβε μαζί του τόν πιστό καί ἀχώριστο συνοδό του τόν Τιμόθεο. Ἔκτοτε ὁ Τιμόθεος ἔγινε ὁ πιό προσφιλής καί ἀφοσιωμένος μαθητής καί συνεργός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στό ἔργο τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἐκκλησιῶν στίς διάφορες περιοχές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἑλλάδος ἀργότερα καί τῆς στηρίξεως τῆς πίστεως τῶν διωκομένων Χριστιανῶν. Ἀνέλαβε πολλές σημαντικές καί ἐμπιστευτικές ἀποστολές γιά σπουδαία Ἐκκλησιαστικά ζητήματα, παρά τό νεαρό της ἡλικίας καί τήν ἀπειρία του.
Συγκεκριμένα, συνεχίζοντας τήν Β’ Ἀποστολική περιοδεία διελθόντες διά μέσου τῆς Φρυγίας καί τῆς Γαλατίας, ἔφθασαν στήν Μοισία καί Τρωάδα καί διαπλεύσαντες τή Σαμοθράκη ἦλθαν στή Νεάπολη καί ἀπό ἐκεῖ στούς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Ἀπό ἐκεῖ, ὁδοιποροῦντες, πέρασαν ἀπό τήν Ἀμφίπολη καί Ἀπολλωνία καί κατέληξαν στή Θεσσαλονίκη. Στή Θεσσαλονίκη ὁ Τιμόθεος ἐργάσθηκε ἀθόρυβα καί ἀποδοτικά, συνέβαλε οὐσιαστικά στό ἔργο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τόσο γιά τήν ἵδρυση τῆς Χριστιανικῆς Κοινότητας, ὅσο καί γιά τήν στήριξη τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης.
Ὅμως τό ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν Θεσσαλονικέων ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τούς συνεργάτες του, Τιμόθεο καί Σίλα, διεκόπη ἀπό τήν ἀντίδραση φθονερῶν Ἰουδαίων, πού δέν πίστεψαν στό κήρυγμά τους καί τούς ἐξανάγκασαν νά ἐγκαταλείψουν τήν Θεσσαλονίκη καί νά καταφύγουν στήν Βέροια.
Ἀπό τήν Ἀθήνα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀγωνιώντας γιά τήν κατάσταση τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπέστειλε τόν Τιμόθεο, προκειμένου νά στηρίξει τούς χειμαζόμενους πιστούς της ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῆς Θεσσαλονίκης καί νά τούς παρηγορήσει στίς θλίψεις τους.
Ἀργότερα, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος ἀκολούθησε τό Παῦλο στήν Κόρινθο, παρέμεινε κοντά του, ἀγωνιζόμενος μαζί του.
Κοντά στήν Γ’ Ἀποστολική περιοδεία, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πέρασε ἀπό τά μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί κατέληξε στήν Ἔφεσο, παρέμεινε ἐκεῖ γιά μία τριετία ἔχοντας μαζί του τόν Τιμόθεο, τόν ὁποῖο ἀπέστειλε σέ εἰδικές ἐμπιστευτικές ἀποστολές στή Μακεδονία μαζί μέ τόν Ἔραστο καί ἴσως μέ ἄλλους ἀδελφούς στήν Κόρινθο. Λίγο ἀργότερα, ὁ Τιμόθεος μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἐπέστρεψαν ἀπό τήν Κόρινθο στή Μακεδονία καί στή συνέχεια ἀποβιβάσθηκαν στήν Τρωάδα καί διαπλέοντες τό ἀνατολικό Αἰγαῖο, πέρασαν ἀπό τήν Μίλητο. Ἀπό τήν Μίλητο διῆλθαν ἀπό τά νησιά Κῶ, Ρόδο, ἔφθασαν στά Πάταρα καί ἀπό ἐκεῖ στήν Τύρο, τήν Πτολεμαΐδα καί τήν Καισάρεια καί κατέληξαν στά Ἱεροσόλυμα.
Στά Ἱεροσόλυμα ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος παρέμεινε κοντά στόν Ἀπόστολο Παῦλο κατά τήν ἐκεῖ φυλάκισή του καί κατόπιν τόν συνόδευσε στή φυλακή στή Ρώμη. Εἶναι βέβαιο, ὅτι κατά τήν τελευταία μετάβαση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στά Ἱεροσόλυμα, μετά τήν πρώτη ἀποφυλάκισή του ἀπό τή Ρώμη, συνοδευόταν ἀπό τόν Ἀπόστολο Τιμόθεο, τόν ὁποῖο μάλιστα ἄφησε στήν Ἔφεσο ὡς Ἐπίσκοπο μέχρι καί τοῦ ἐπισυμβάντος μαρτυρικοῦ θανάτου του. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπέστειλε πρός τόν Ἅγιο Τιμόθεο, ὡς Ἐπίσκοπο Ἐφέσου, δύο Ἐπιστολές, πού ἐμπεριέχονται στόν κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης, καί οἱ ὁποῖες λόγω τοῦ ποιμαντικοῦ περιεχομένου αὐτῶν καλοῦνται ποιμαντικές.
Κατά παλαιά παράδοση ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος μαρτύρησε στήν Ἔφεσο ἐπί Δομετιανοῦ ἢ Νερούα, ὅταν πῆγε στά καταγώγια τῶν εἰδωλολατρῶν, γιά νά τούς ἀποτρέψει ἀπό ἀπάνθρωπες τελετές καί θυσίες καί γεμάτος ἀπό Θεῖο ζῆλο, ἐπειδή δέν ἀνεχόταν νά βλέπει αὐτά τά ἀτοπήματα, τούς συνέστησε νά μήν συνεχίσουν τίς αἰσχρές τους πράξεις. Τότε ἐκεῖνοι ἐξοργίσθηκαν καί ὅρμησαν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου, τόν ὁποῖο φόνευσαν μέ ρόπαλα.
Τό τίμιο λείψανο αὐτοῦ μετακομίσθηκε τό ἔτος 356 μ.Χ. ἐπί Κωνσταντίου στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐναποτέθηκε ἐντός τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ἐτελεῖτο καί ἡ Σύναξή του. Στήν ἴδια Ἁγία Τράπεζα εἶχαν ἐναποτεθεῖ τά ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἀνδρέου καί Λουκᾶ. Ὅταν ὁ Ἰουστινιανός ἀνοικοδόμησε καί μετασκεύασε τό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού εἶχε ἀνεγείρει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἄφησε τήν Ἁγία Τράπεζα ὡς εἶχε, ἀδιασάλευτη, περιορισθεῖς μόνο στήν κατασκευή ἀργυροῦ καλύμματος.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἀποστόλου Τιμοθέου ἐτελεῖτο τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. στήν Ὀρμίσδα.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καί νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθήν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς τά ἀπόρρητα· καί τήν πίστιν τηρήσας, τόν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἱερομάρτυς Ἀπόστολε Τιμόθεε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Τέκνον γνήσιον, τοῦ Παύλου ὤφθης, ὡς παρίστησι, καί συνεργάτης, ἀγαπητός κατά πάντα Τιμόθεε· καί διαπρέψας τῷ λόγῳ τῆς χάριτος, ἀθλητικῶς ἐδοξάσθης Ἀπόστολε. Ὅθεν πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σέ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Τιμόθεον πιστοί, τόν συνέκδημον Παύλου, καί θεῖον μαθητήν, καί πιστόν συνεργάτην, ἐνθέως τιμήσωμεν, πρός αὐτόν ἀνακράζοντες· Ἀεί πρέσβευε, τῷ Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων, δοῦναι ἄφεσιν, ἁμαρτιῶν ἡμῖν πᾶσιν, ὡς θεῖος Ἀπόστολος.
Ἕτερον Κοντάκιον (μετά τοῦ Ὁσιομάρτυορος Ἀναστασίου). Ἦχος α’. Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Τόν θεῖον Μαθητήν, καί συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, εὐφημήσωμεν ὕμνοις, σύν τούτῳ γεραίροντες, τόν σοφόν Ἀναστάσιον, τόν ἐκλάμψαντα, ἐκ τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καί ἐλαύνοντα, τά ψυχικά ἡμῶν πάθη, καί νόσους τοῦ σώματος.
Μεγαλυνάριον.
Χερσί ταῖς τοῦ Παύλου ὁλοσχερῶς, Χριστῷ ἀνετέθης, τῷ τῶν ὅλων δημιουργῷ, καί τῆς ἐν Ἐφέσῳ, Ἁγίας Ἐκκλησίας, ποιμήν σοφός ἐδείχθης, μάκαρ Τιμόθεε.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον (μετά τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίου)
Παύλου ἐχρημάτισας Μαθητής, Τιμόθεε μάκαρ, ὡς Ἀπόστολος εὐκλεής· θείων δέ χαρίτων, ἐπλήσθης ἐναθλήσας, Χριστοῦ Ὁσιομάρτυς, ὦ Ἀναστάσιε.
Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡγιασμένος ὁ ἐν Κρήτῃ (22 Ιανουαρίου)

Ὅσιος Ἰωσήφ, ὁ ἐπονομαζόμενος Σαμάκος, γεννήθηκε στήν πόλη τῶν Κεράμων, τό σημερινό Ἀζωκέραμο Σητείας τῆς Κρήτης λίγο πρίν τήν ἅλωση (1440). Ὑπῆρξε πνευματικό γέννημα καί θρέμμα τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, γνωστῆς ὡς Δερματάνου, πλησίον τοῦ Χάνδακος (Ἡρακλείου), ὅπου ἔζησε καί ἔδρασε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία μέχρι τήν κοίμησή του. Ἔζησε σέ μία πολύ κρίσιμη ἱστορική περίοδο γιά τό Γένος. Ἡ Βυζαντινή αὐτοκρατορία ἔπεφτε στά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν καί ἡ πατρίδα του Κρήτη βρισκόταν ὑπό τήν κυριαρχία τῶν Ἐνετῶν.
Ὁ Ὅσιος μετά τό θάνατο τῶν γονέων του, διένειμε τήν περιουσία του στούς φτωχούς καί ἐκάρη μοναχός στή μονή Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Δερματάνου. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καί μετά τήν κοίμηση τοῦ ἡγουμένου ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς μονῆς. Διακρίθηκε γιά τήν ἀρετή τῆς φιλανθρωπίας καί θά μποροῦσε δικαιολογημένα νά τοῦ ἀποδοθεῖ ὁ χαρακτηρισμός τοῦ ἐλεήμονος. Ἀναγνωρίσθηκε ἐπίσης, ὡς θαυματουργός, ἀφοῦ ἀναφέρονται πολλά θαύματά του.
Μετά ἀπό ἑβδομήντα χρόνια ἀδιάλειπτης ὁσιακῆς καί φιλανθρωπικῆς δράσεως, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1511 καί ἐνταφιάσθηκε στήν μονή του. Μέ τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του διαπιστώθηκε ἡ ἁγιότητά του, διότι τό ἱερό λείψανο βρέθηκε ἀκέραιο καί ἐξέπεμπε εὐωδία. Τό ἱερό σκήνωμά του κατατέθηκε στό καθολικό της μονῆς. Ἡ συνεχής θεραπεία πλήθους ἀσθενῶν, τυφλῶν καί δαιμονισμένων καί μετά τήν κοίμησή του, καθιέρωσε εὐρύτατα τήν φήμη του ὡς θαυματουργοῦ.
Τό 1669 οἱ Ὀθωμανοί κυρίευσαν τό Χάνδακα (Ἡράκλειο) καί ὁ εὐλαβής κληρικός Ἀντώνιος Ἀρμάκης, μετέφερε τό ἱερό λείψανο στή Ζάκυνθο, ὅπου στίς 29 Αὐγούστου 1669 τό κατέθεσε στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαντινειοῦ στά Ξεροβούνια. Ἐκεῖ παρέμεινε ὡς τό 1915, ὁπότε τοποθετήθηκε στόν ἐνοριακό ναό τοῦ Παντοκράτορος Γαϊτανίου.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τῶν Κρητῶν τε τόν γόνον καί Ζακύνθου τό καύχημα, τῶν πατέρων κλέος καί δόξα Ἰωσήφ τόν ἀοίδημον τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις οἱ πιστοί οὐ δόξῃ ἀρρήτῳ ἡ Τριάς ἐτιμήσατο τό σκῆνος διασώσασα ἄφθορον. Δόξα τῷ ἁγιάσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἀναδείξαντι φρουρόν καί ἄμισθον πιστοῖς ἰατρόν τοῖς κάμνουσι.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’.
Τῶν πιστῶν προΐστασαι καί ἁπαλλάττεις, ἀπό πάσης θλίψεως ταῖς σαῖς πρεσβεῖες πρός Θεόν, ὦ Ἰωσήφ παναοίδιμε, κλέος καί δόξα ὁσίων καύχημα.
Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Πέρσης (22 Ιανουαρίου)

Ἅγιος Ἀναστάσιος γεννήθηκε στό χωριό Ραχήζ τῆς Περσίας, τῆς ἐπαρχίας Ρασνουνί. Ὀνομαζόταν Μαγουνδάτ, ἦταν υἱός τοῦ μάγου Μάβ καί ὑπηρέτησε στό στρατό ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ βασιλέως Χοσρόη τοῦ Β’ (590 – 628 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος κατέλαβε τά Ἱεροσόλυμα καί μετέφερε στή χώρα του τόν Τίμιο Σταυρό (614 μ.Χ.). Τότε ὁ Μαγουνδάτ θέλησε νά μάθει, ἀφοῦ ἄκουσε περί αὐτοῦ καί τῶν ἐπιτελουμένων θαυμάτων, γιατί οἱ Χριστιανοί τιμοῦσαν αὐτόν. Ἔτσι, ἀφοῦ διδάχθηκε ἀπό κάποιον πιστό ὅτι μέ τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Κυρίου λυτρώθηκε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, πίστεψε στόν Χριστό. Ἔπειτα, συμμετέχοντας στήν ἐκστρατεία τῶν Περσῶν κατά τῆς Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκε στή Χαλκηδόνα. Κατά τήν διαμονή του ἐκεῖ, ἀφοῦ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Ἡράκλειος κατατρόπωσε τούς Πέρσες, πῆγε στήν Ἱεράπολη καί ἀπό ἐκεῖ στά Ἱεροσόλυμα ὅπου βαπτίσθηκε ὑπό τοῦ Πατριάρχη Μοδέστου, πρός τόν ὁποῖο τόν ὁδήγησε ὁ ἱερεύς τοῦ πανίερου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καί ἔλαβε τό ὄνομα Ἀναστάσιος.
Στήν συνέχεια ἐκάρη μοναχός στή μονή τοῦ Ἀββᾶ Ἰουστίνου ἢ κατ’ ἄλλους στή μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα. Μετά ἀπό ἑπταετή ἄσκηση καί διαβάζοντας καθημερινά τούς βίους τῶν Ἁγίων καί τά μαρτύριά τους, τούς ζήλεψε καί προσευχόταν νά ἀξιωθεῖ τό μαρτυρικό τέλος αὐτῶν. Ἔτσι, ὅταν κατά τήν παραχώρηση τοῦ Κυρίου, εἶδε σέ ὄνειρο ὅτι ἀνέβηκε στό ὄρος Κυρίου καί στάθηκε στόν ἅγιο τόπο Αὐτοῦ καί ἐκεῖ ἤπιε ἕνα χρυσό ποτήρι γεμάτο κρασί, θεώρησε ὅτι σκιαγραφόταν τό μέλλον καί τό μαρτύριό του. Γι’ αὐτό, γονυπετής καί ἔνδακρυς, ζήτησε τήν εὐχή τοῦ προεστῶτος ἱερέως τῆς μονῆς γιά τή μακάρια ἀποδημία του, δηλαδή τήν πορεία του πρός τό μαρτύριο.
Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, κατευθύνθηκε πρός τήν Διόσπολη γιά νά προσευχηθεῖ στόν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο καί ἔφθασε στήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης.
Ἐκεῖ, ὅταν εἶδε κάποιους μάγους ὁμοεθνεῖς του, ἔλεγξε καί χλεύασε τά σοφίσματα καί τήν ἀσέβειά τους. Τότε ἐκεῖνοι τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν στόν ἄρχοντα Μαρζαβανά.
Ὁ ἄρχοντας διέταξε νά ἀφεθεῖ ἐλεύθερος, ἀρκεῖ νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό ἐνώπιον ἑνός μόνο προσώπου. Ὅμως ὁ Ἀναστάσιος μέ πνευματική ἀνδρεία ἀπάντησε: «Μή δῴη μοι ὁ Θεός τῆς ἀγαπήσεως ἐκπεσεῖν τοῦ Χριστοῦ μου». Ὁ Μαρζαβανάς θύμωσε καί ἔδωσε ἐντολή νά μεταφέρει βαριές πέτρες χωρίς καμιά ἀνάπαυλα. Τά βασανιστήρια συνεχίστηκαν μέχρι πού ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Χοσρόη. Ἀλλά καί μπροστά στόν βασιλιά δέν φοβήθηκε. Τόν κτύπησαν ἀλύπητα, μέχρι θανάτου, μέ ραβδιά. Τό μαρτύριο ἦταν καθημερινό. Στό τέλος τόν κρέμασαν ἀπό τό ἕνα χέρι καί διά βρόχου τόν ἔπνιξαν καί ἀπέκοψαν τήν κεφαλή αὐτοῦ. Τό μαρτύριό του ἔγινε τό 628 μ.Χ. μέ ἄλλους 70 Χριστιανούς Μάρτυρες. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό του, πού βρισκόταν ἐντός τοῦ Ἁγίου Φιλήμονος, στό Στρατήγιο.
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τήν πλάνην ἀφέμενος, τήν τῶν Περσῶν νουνεχῶς, τῇ πίστει προσέδραμες, τῇ τοῦ Χριστοῦ εὐσεβῶς, σοφέ Ἀναστάσιε· ὅθεν καί ἐν ἀσκήσει, διαπρέψας ἐνθέως, ἤθλησας ὑπέρ φύσιν, καί τόν ὄφιν καθεῖλες· διό διπλῷ στεφάνῳ, θεόθεν ἐστεφάνωσαι.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει πρότερον, ἐνδιαπρέψας, καρτερῶς διήνυσας, τοῦ μαρτυρίου τήν ὁδόν· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Χριστοῦ Ἀναστάσιε.
Μεγαλυνάριον.
Τόν Ὁσιομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, τόν ἐκ τῆς Περσίας, ἀπαστράψαντα μυστικῶς, ἀρετῶν ἀσκήσει, καί ἄθλοις μαρτυρίου, τόν θεῖον Ἀναστάσιον μακαρίσωμεν.
Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης (22 Ιανουαρίου)
Ο Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης, γεννήθηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας το έτος 1908 μ.Χ., όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Στα 18 του χρόνια πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και αποφάσισε να εισέλθει στον ιερό κλήρο. Έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Βησσαρίων. Έπειτα χειροτονήθηκε Διάκονος, Ιερέας και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.
Ανώτερες σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο. Ωστόσο η συνεχής μελέτη των ιερών βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου, είχαν κάνει τον Όσιο Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο θεολογικά.
Γεμάτος πνευματικά εφόδια το έτος 1935 μ.Χ., ύστερα από πρόσκληση του επίσης Μεσσήνιου Μητροπολίτη Καρδίτσας Ιεζεκιήλ, ο Όσιος Βησσαρίων πήγε στην Καρδίτσα, όπου αφοσιώθηκε στο έργο της διακονίας του Κυρίου μας. Εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας και μέσα σε αυτό ανάλωσε ολόκληρη τη ζωή του σε σημείο που ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν το θάνατό του, να ρωτάει από το κρεβάτι του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, τους φτωχούς, για τα πράγματα της Εκκλησίας και της κοινωνίας.
Ανέλαβε πολλές και δύσκολες αποστολές. Μεταξύ αυτών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γερμανική κατοχή, κατά την οποία αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες και έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί.
Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο ο Όσιος Βησσαρίων έφυγε από την Καρδίτσα. Ήδη Αρχιμανδρίτης με πολύχρονο ασκητικό βίο και πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στην Ιερά Μονή Αγάθωνος μετά το 1955 μ.Χ., επηρεασμένος από τον επίσης Πελοποννήσιο π. Γερμανό Δημάκο. Εκεί ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του Μοναστηριού. Είχε εσωτερικό διακόνημα μέσα στο Μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική υπηρεσία στον κόσμο. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη πήγαινε στα Νοσοκομεία της Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Με τη χαρισματική προσωπικότητά του, την αγάπη του για τον άνθρωπο και τον γλυκύ και απλό τρόπο του κατάφερνε να ανακουφίζει τις πονεμένες ψυχές. Τις λοιπές ημέρες καθόταν στο Μοναστήρι, μπροστά στην Εκκλησία, υποδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο και άκουγε τα προβλήματά του. Οι άνθρωποι που έρχονταν φορτωμένοι με πόνο, βάσανα και άγχος, έφευγαν από τον Όσιο Γέροντα ανακουφισμένοι. Πολλούς από αυτούς τους βοηθούσε και οικονομικά. Όσα πράγματα και χρήματα του έφερναν πολλοί άνθρωποι που τον εμπιστεύονταν, ο παππούλης τα μοίραζε στους φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Έλεγε συνεχώς: «Έξω οι άνθρωποι είναι φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε».
Κάθε Σαρακοστή έφευγε από το Μοναστήρι με την ευχή του Γέροντα Γερμανού και έφτανε από τη μια άκρη του Νομού Φθιώτιδος στην άλλη. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια και βοηθούσε. Πολλές φορές κοιμόταν και εκεί. Η περιοδεία του περιλάμβανε κατ' αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία τον ανέμεναν με αδημονία σε όλα τα χωριά. Ο Όσιος Βησσαρίων εξομολογούσε και τα παιδιά στο Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας και ήταν ο πνευματικός τους. Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε τους έβαζε «κάτι» στο χέρι, για να τα ενισχύσει.
Όταν λειτουργούσε ο Όσιος Βησσαρίων, έλαμπε ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο το σεβασμό και την ιεροπρέπεια που αρμόζει. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, καθώς η φωνή του ήταν φθίνουσα, εξαιτίας ενός περιστατικού με τους Γερμανούς, δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πως: «ο δε έχω, Κύριε, τούτο σοι δίδωμι» (Πρ. γ', 6). Με συμβουλές που η Θεία Χάρις παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού. Ήταν Μέγας Εξομολόγος. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την αδύναμη φωνούλα του και έλκονταν.
Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν και ο «κουβαλητής» του Μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγίας στα χωριά, όπου με λαχτάρα τον περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί. Τελούσαν ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους πνευματικούς και οικοδομητικούς και εκείνοι έδιναν ευλογίες από τα προϊόντα τους. Ο Όσιος Βησσαρίων όσα μάζευε τα μοίραζε σε δύο «σακιά». Ένα σακί έφερνε στο Μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Ιερά Μονή φιλοξενούσε 82 άπορα παιδιά. Όσα περιείχε το άλλο σακί τα μοίραζε κατευθείαν στους φτωχούς. Γνώριζε ποιες ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και ανάλογα έκανε τη διανομή.
Ο Όσιος Γέρων Βησσαρίων πέρασε τη ζωή του νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν, που θυσίασε τη ζωή του υπέρ των προβάτων. Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε τον Χριστό. Ο Όσιος Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο οποίος οικονόμησε εξαιρετικά να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλά, του κράτησε το σώμα σε αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε, να δυναμωθούμε, να συνετιστούμε, να συγκλονιστούμε.
Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές. Δεν είχε μεγάλα προβλήματα. Προς το τέλος της ζωής του ήρθαν η κόπωση και τα γεράματα. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» στην Αθήνα, όπου κοιμήθηκε από πνευμονικό οίδημα την 22 Ιανουαρίου 1991 μ.Χ.
Η πρόσβαση στο Μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν δύσκολη λόγω έντονης χιονόπτωσης. Με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Για δύο ημέρες τοποθετήθηκε στην Εκκλησία, όπου πολύς κόσμος περνούσε για να χαιρετήσει το Γέροντα και να κλάψει. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε. Το σώμα του δεν μπορούσε να ενταφιαστεί στο κοιμητήριο λόγω των καιρικών συνθηκών και ως εκ τούτου κηδεύτηκε στα Βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δωμάτια προορισμένα για την εξομολόγηση. Πολλοί άνθρωποι για χρόνια κατέβαιναν για να προσκυνήσουν το σκήνωμα, δείχνοντας την ευσέβειά τους. Μάλιστα πολλοί του έφερναν αφιερώματα, σαν να τα προσέφεραν σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν οποιοδήποτε σημείο για να αποδείξει την αγιότητά του. Μάλιστα υπάρχουν αναφορές των θαυμαστών εμπειριών και των βιωμάτων που είχαν στον τάφο του Γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα όταν είδαν τον Όσιο Βησσαρίωνα στον ύπνο τους, ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένεια, και άλλα παρόμοια. Αποφασίστηκε να μη γίνει εκταφή, αλλά αναβάθμιση του χώρου των Βαπτιστηρίων. Ωστόσο η καθίζηση που παρουσιάστηκε στην ανατολική πλευρά του Μοναστηριού απαιτούσε το γκρέμισμα και την ανοικοδόμηση αυτής με νέα στηρίγματα. Επομένως η εκταφή ήταν απαραίτητο να γίνει. Αφού τελέστηκε Τρισάγιο, ξεκίνησε η αφαίρεση των τούβλων. Φάνηκε το φέρετρο σε άριστη κατάσταση. Αφού μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο, άνοιξαν οι Μοναχοί το φέρετρο για να αφαιρέσουν τα οστά. Όταν όμως το άνοιξαν, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το σώμα του κάτω από το σάβανο ήταν άφθαρτο.
Αυτό αποτελούσε θαυμαστό γεγονός και θεία οικονομία. Παρά το γεγονός ότι όλοι οι Μοναχοί πίστευαν στην αγιότητά του, η Αγία Εκκλησία έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ.κ. Νικόλαος, όταν το έμαθε συγκλονίστηκε, επισκέφθηκε το Μοναστήρι και προσκύνησε συγκινημένος το ιερό σκήνωμα. Το άφθαρτο σώμα του Όσιου Γέροντα μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδας για να προστατεύεται και έκτοτε εκεί βρίσκεται προς προσκύνηση από χιλιάδες πιστούς.
Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Θεού τάραξε το πανελλήνιο. Μετά από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκε το σκήνωμα αυτού του ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην είναι εύκολο να του το αποσπάσει κανείς. Σαν να θέλει να μας πει ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και να μας προτρέπει, κυρίως τους Ιερείς: «Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πληγές της Πίστεώς μας, στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείστε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι για αυτά τα θέματα. Εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις νομάς σωτηρίους, να ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γη στον Ουρανό!...».
Στις 14 Ιουνίου 2022 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατέτατξε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Ολόκληρο το ανακοινωθέν είναι το εξής:
«Συνῆλθε σήμερον, 14ην τ.μ. Ἰουνίου 2022, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καθ᾿ ἥν:
α) εὐμενεῖ εἰσηγήσει Αὐτῆς ἐξέλεξε παμψηφεί τόν Μ. Ἀρχιδιάκονον κ. Παΐσιον, Ἐπίσκοπον Βοηθόν παρ᾿ Αὐτῇ ὑπό τόν ψιλόν τίτλον Ξανθουπόλεως, μέλλοντα ἵνα διακονήσῃ ὡς Ὑπεύθυνος ἐν τῇ Ἱερᾷ Πατριαρχικῇ καί Σταυροπηγιακῇ Μονῇ Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ. Ἡ εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονία αὐτοῦ θά τελεσθῇ, σύν Θεῷ, τήν Κυριακήν 3ην Ἰουλίου 2022, ὑπό τῆς Α. Θ. Παναγιότητος καί ἑτέρων ἁγίων Ἀρχιερέων, ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, καί
β) κατόπιν σχετικῶν ἐκθέσεων τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς, κατέταξεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς κατ᾿ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν νέον Ἱερομάρτυρα Ἀνανίαν, Ἀρχιεπίσκοπον Λακεδαιμονίας, καί τόν μακαριστόν Ἱερομόναχον Βησσαρίωνα (Κορκολιάκον), ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»